Παραμύθια χωρίς νόημα v.iii


Μία χελώνα που την έλεγαν Αλβάρο
Μαΐου 10, 2012, 12:13 μμ
Filed under: Uncategorized

Image

Όταν ήμουν νήπιο, πίστευα πως όταν πεθαίνουμε, έρχεται ένα ασθενοφόρο και μας ανασταίνει. Πίστευα πως, αφού το είχε πετύχει ο Χριστός, έτσι γινόταν με όλους. Σήμερα ευχήθηκα να υπήρχε ένα τέτοιο ασθενοφόρο, όταν βρήκα τη χελώνα μας νεκρή κι αβοήθητη, ματωμένη.

Είχε πρηστεί κι είχε σπάσει το καβούκι της σε μια νύχτα. Είχε πέσει σε χειμερία νάρκη απ’ τον Δεκέμβρη, περίπου, κι αρνούταν να ξυπνήσει. Το ίδιο έκανε και πέρσι, λίγο πριν το καλοκαίρι όμως ξύπνησε κι άρχισε να τρώει αφειδώλευτα μαρούλι και να πίνει νερό.

Μου την είχε φέρει ο Α. δώρο για τα γενέθλιά μου, πρόπερσι τον Μάη – οι χελώνες είναι τα αγαπημένα μου ζώα. Στις αρχές της άρεσε να σκαρφαλώνει όπου μπορούσε – στο πεζούλι του μπαλκονιού, στα πόδια μας, παντού. Σχεδόν πάντα, δεν τα κατάφερνε και αναποδογύριζε. Ύστερα έβαλε νου και το ‘ριξε στο φαΐ. Πού και πού κρυβόταν απλώς, πότε στο μπάνιο, πότε κάτω από το κρεβάτι μας, πότε στη χαραμάδα δίπλα στο πλυντήριο. Μια φορά κάναμε το σπίτι άνω κάτω για να τη βρούμε. Είχε κρυφτεί στη διάφανη σακούλα της ανακύκλωσης.

Πέρσι το καλοκαίρι της φέραμε για λίγο και μια άλλη χελώνα, θηλυκή. Τη Φρίντα. Ήταν κλεισμένη για χρόνια σε μια γυάλα κι όταν μας την έδωσαν, ήταν λασπωμένη και φοβισμένη πολύ. Ο Αλβάρο στην αρχή αδιαφορούσε και συνέχισε να τρώει. Έπειτα χώρισαν και πήραν ο καθένας από μια γωνιά του σαλονιού. Ύστερα η Φρίντα πήγε και κάθισε στον τόπο του κι όταν την είδε ο Αλβάρο, έβγαλαν τα κεφάλια τους κι έκαναν κάτι περίεργα τρέμουλα που έμοιαζαν με τηλεπαθητική επικοινωνία.

Η Φρίντα βρήκε θαλπωρή στο σπίτι κάποιων καλών φίλων, που έχουν μεγάλο κήπο. Ύστερα έπεσε κι εκείνη σε νάρκη, όπως ο Αλβάρο. Αυτός όμως, δεν ήταν γραφτό να ξυπνήσει φέτος. Τον θάψαμε το πρωί στον κήπο. Ήταν η πιο όμορφη και πιο φιλική χελώνα του κόσμου. Την αγαπήσαμε πολύ.

Image

Advertisements


Αρχή βροχής
Απρίλιος 13, 2012, 11:43 πμ
Filed under: Uncategorized

Έμαθα προχθές από την εφημερίδα ότι πέθανε, στα 100 του, ο Τζορτζ, ο μεγάλος αδερφός της κυρίας Μι. Το είδα πολύ αργά – δέκα λεπτά αφότου άρχιζε η κηδεία, και δεν προλάβαινα να πάω, κι έτσι εκπληρώθηκε ο φόβος που είχα πως θα ξαναδώ την κυρία Μι -μια ηλικιωμένη οικογενειακή φίλη που αμελώ εδώ και μήνες να επισκεφθώ- όταν πεθάνει ο υπερήλικας αδερφός της.

Ο Τζορτζ υπήρξε μεγάλη μορφή. Είχε φύγει σε νεαρή ηλικία απ’ το νησί και πλαστογράφησε τα χαρτιά του για να πάει Αμερική. Πολέμησε στη Νορμανδία με τον αμερικανικό στρατό και έτσι του δόθηκε η υπηκοότητα. Έζησε στην Αστόρια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του – διάστημα αρκετό ώστε, όταν επέστρεψε στο νησί, άτεκνος και ανύπαντρος, σε προχωρημένο γήρας για να τον φροντίσει η αδερφή του, να μιλά μικτά ελληνικά και αγγλικά. Δυστυχώς, όταν τον γνώρισα, δεν είχε τη διαύγεια να μου διηγηθεί αυτές τις ιστορίες.

Το βράδυ της κηδείας επισκέφθηκα την κυρία Μι για να τη συλλυπηθώ. Ήταν αρκετά καλά – έβλεπε τη λειτουργία στο Μέγκα και μου φάνηκε πως ήταν συμβιβασμένη από καιρό με τον ενδεχόμενο θάνατο του ηλικιωμένου αδερφού της. Τη ρώτησα πώς έγινε. Μου είπε πως τις τελευταίες μέρες είχαν πρηστεί τα πόδια κι η κοιλιά του, σαν ασκί που το φουσκώνεις.

«Ξέρεις, θυμήθηκα τη μάνα μου», είπε. «Έλεγε πάντα ‘αρχή βροχής ο άνεμος κι αρχή θανάτου πρήσμα’. Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε», είπε, κι εγώ σημείωσα το γνωμικό να το θυμάμαι.



Σιδερώστρα
Απρίλιος 5, 2012, 3:34 μμ
Filed under: Uncategorized

Άκουσα ότι πέθανε ο πατέρας του Τάσου Ισαάκ. Θυμήθηκα τη μάνα μου. Ήμασταν στο δωμάτιό της, σιδέρωνε με την τηλεόραση ανοιχτή. Όταν τα επεισόδια φούντωσαν κι ακούστηκε ότι υπάρχει νεκρός, άφησε το σίδερο όρθιο στη σιδερώστρα. Κόλλησε το βλέμμα της στην τηλεόραση, «Χριστέ μου», κάτι σαν κλάματα εκείνη, κάτι σαν παγωμάρα εμείς, έντεκα-δώδεκα χρονών παιδιά, χωρίς ιδέα τότε τι είναι η Κύπρος, η πατρίδα της.

[Ύστερα χάζευα τις φωτογραφίες και θυμήθηκα ότι την κόρη του, αγέννητη τότε, τη βάφτισε ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Fail]



Φράγκων
Μαρτίου 5, 2012, 7:16 μμ
Filed under: Uncategorized

Είχε έναν ήλιο απρόσμενα ζεστό, πρώτες μέρες του Μάρτη, απ’ αυτούς που σε κάνουν να ανακουφίζεσαι πως επιτέλους έφτασε η άνοιξη. Γυαλιά δεν μπορούσα να φορέσω, γιατί με ενοχλούσαν μες στο κράνος, νόμιζα θα έσπαγαν στα μηνίγγια μου [σ’ αυτό το σημείο μού ήρθαν στιγμιαία στο νου στιγμές από ένα πιθανό τροχαίο και συγγενείς να λένε με πίκρα «αν δε φορούσε τα γυαλιά…»]. Συνέχεια



Τ’ Άη Γρηγόρη
Ιανουαρίου 25, 2012, 6:26 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra

Λοιπόν, τέτοιες μέρες πάνω είναι οι πιο ψυχρές όλης της χρονιάς. Θυμάμαι να γυρίζω απόγευμα από το σχολείο και να πεθαίνω απ’ το κρύο (απόσταση 50μ). Υγρασία και ψυχρός αέρας.

Ο μπαμπάς πάντα έπαιρνε άδεια και ερχόταν σπίτι από την εκκλησία, καλοντυμένος (γιλέκο πλεκτό, πουκάμισο, γραβάτα) και απαντούσε ολημερίς στα τηλέφωνα. Παλιότερα που δούλευε, τού έστελναν και καλάθια με ποτά εταιρείες που συνεργαζόταν μαζί τους.

Η μαμά μαγειρεύει από το μεσημέρι – το σπίτι μυρίζει φαγητά. Πιο παλιά, απ’ το ’80 ως το ’98, ερχόταν πάνω η γιαγιά η Δέλτα, από το χωριό. Δεν είχε τι να κάνει και καθόταν όλη μέρα στην κουζίνα και έτρεμε το τραπέζι απ’ το πάρκινσόν της. Άμα βαριόταν πολύ, μου έλεγε ο μπαμπάς «πήγαινε τρίψε λίγο τα χεράκια της γιαγιάς» και πήγαινα και τα ‘τριβα κι έλεγε ο μπαμπάς «Άι! Άι! Είδες βάβω η αγγόνα σου;». Ύστερα της έλεγε να δει τα δάχτυλά μου, που έμοιαζαν με του μακαρίτη του παππού.

Κι η γιαγιά, που ποτέ δεν τη θυμάμαι να εκφράζεται, δεν έλεγε τίποτα. Μονάχα χαμογελούσε διάπλατα με ένα χαμόγελο που πρόδιδε ευτυχία μαζί και καμάρι.

Κατά το βραδάκι έπιαναν να έρχονται πρώτα ο παππούς ο παπάς κι η γιαγιά η παπαδιά και μετά οι θείοι. Έτρωγαν, έπιναν και μετά τραγουδούσαν και λέγανε αστεία. Καμιά φορά το γλέντι κράταγε ως τις 2-3, το πρωί.

Αυτά τα πρώτα χρόνια. Μετά το ’98, που η γιαγιά έπαθε εγκεφαλικό, σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω γιατί ήταν μακρύ το ταξίδι (8 ώρες με το κτελ). Μια φορά θυμάμαι ήρθε ο θείος ο Γιάννης, τις υπόλοιπες έστελνε αντιπρόσωπό του (τη θεία την Λόπα ή τη Φρόσω) και τελευταία μονάχα ένα δέμα, με κρέατα. Μια χρονιά είχε στείλει ένα ολόκληρο γουρουνόπουλο σφαγμένο. Ο μπαμπάς το πήρε απ’ τα κτελ και το άφησε το βράδυ στο μπαλκόνι, μέχρι να το πάει το πρωί στον χασάπη, να το τεμαχίσει. Είχε τόσο κρύο, που δεν ήθελε ψυγείο. Κάπου υπάρχει μια πολαρόιντ φωτογραφία από κείνο το γουρουνάκι στο μπαλκόνι μας.

Ύστερα άρχισαν να αραιώνουν οι γιορτές και ο κόσμος. Πέθανε ο κυρ Αλέκος (αυτός που είδα απόψε στον ύπνο μου πως αναστήθηκε), αραίωσαν και οι θείοι – ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Νομίζω πως με τα χρόνια, μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η κούραση. Σήμερα δεν ξέρω ποιοι θα πάνε, εκτός απ’ τα παιδιά και τον παππού. Ο θείος Κάπα είναι αποκλεισμένος, γιατί στο Ωραιόκαστρο χιονίζει, κι ο θείος Σίγμα δουλεύει.

Ε, αυτά.



Σαλαμίς
Νοέμβριος 1, 2011, 8:44 πμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
……………………………………………………..
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ
Συνέχεια



Moules au vin blanc
Οκτώβριος 19, 2011, 5:45 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

Μύδια με λευκό κρασί και περίφημες βέλγικες τηγανητές πατάτες στην Grand Place. Στο πατάρι ενός παλιού, ξύλινου μπαρ-εστιατορίου, που χάρηκα πολύ που το βρήκα, έπειτα από αρκετή αναζήτηση ανάμεσα σε τουριστικά εστιατόρια και ελληνικά γυράδικα με ονομασίες που παραπέμπουν σε summer in Greece (“Athens”, “Plaka”, “Mykonos”, “Santorini”, “Apollonia”). Κρύο αρκετό και υγρασία που διαπερνά τα ρούχα και τη νιώθεις να πασχίζει να σου τρυπήσει το δέρμα.
Δίπλα μου η πλατεία, με τα χρυσοκέντητα κτήριά της, δείγματα ενός παρελθόντος πλούτου που, προφανώς περίσσευε τόσο, ώστε να επικολληθεί στα τούβλα (ίσως, κατ’ αναλογία, να είναι και δείγμα ότι η πόλη δεν πέρασε τόσα πολεμικά δεινά όσα οι αντίστοιχες ελληνικές, ώστε να εξαναγκάσει τους κατοίκους της σε κοινωνική και πολεοδομική εξαθλίωση, όπως πχ συνέβη στην Αθήνα).
Απ’ την άλλη, ζηλεύω τη διαύγεια και την ευμάρεια των ανθρώπων που μπόρεσαν και διατήρησαν τόπους όπως αυτός που τρώω, όπου η παραδοσιακή, ζεστή, ξύλινη διακόσμηση δεν αφέθηκε να ξεριζωθεί απ’ το μοντέρνο, ακόμη και τώρα που τα δοκάρια πάνω απ’ το κεφάλι των θαμώνων σαπίζουν.
Κατά τα άλλα, λατρεύω τον ήχο των πιρουνιών και ποτηριών που αλληλαγγίζονται και τη γλυκιά προσμονή των γκαρσονιών μόλις ανοίξει τις πόρτες του το μαγαζί.

[Ταξιδιωτικές σημειώσεις από την τέταρτη επίσκεψη στις Βρυξέλλες].