Παραμύθια χωρίς νόημα v.iii


Τι λείπει (track 4)
26 Μαΐου, 2020, 9:22 μμ
Filed under: τέχνες, ελληνικά, par me, terra, travel

Μια ιστορία για ένα τραγούδι ακόμα:

Ανεβάζει χθες η Θεά: ««Τι λείπει»; Τα live με τον ηλεκτρισμό τους, με αυτό το αξεπέραστο συναίσθημα που βιώνουμε μαζί. Καλοκαίρι χωρίς live γίνεται; Δε γίνεται!» . Και το βάζω να το ακούσω ξανά και ξανά. Όπως τότε:

Είμαι 18. Απρίλης του ’03. Εφταήμερη γ’ λυκείου στην Κύπρο. Μέναμε Λεμεσό, στην «τουριστική», μια περιοχή στις άκρες της πόλης γεμάτη ξενοδοχεία σε μήκος αρκετών χιλιομέτρων. Πάνω στο κύμα’ τριγύρω όλα τα μαγαζιά τουριστικά. Σε ένα από αυτά, είχα βρει σε αντιγραφή το cd με το soundtrack του Μπραζιλέρο από τον Πορτοκάλογλου.

[Χιντ 1: Για κάποιον άγνωστο λόγο, οι αντιγραφές στην Κύπρο πουλούσαν πολύ. Το μακρινό 1990 η αδερφή μου είχε επιστρέψει από διακοπές στο νησί με αντεγραμμένες κασέτες Kylie Minogue και Milly Vanilly (wtf!) στη βαλίτσα της.]

Παίρνω το Μπραζιλέρο για τη «θάλασσα την σκοτεινή», αλλά καταλήγω να κολλάω με το «Τι λείπει», track 4.

Εκείνες τις μέρες, είχε συμβει το φριχτό τροχαίο των Τεμπών με τους 21 νεκρούς μαθητές και παρότι ήμασταν μακριά, μας είχε ρίξει τη διάθεση πολύ. Ο στίχος «και η καρδιά μου κλαίει» κάτι έλεγε μέσα μου.

Έκτοτε, έχω συνδέσει το κομμάτι με τη στιγμή εκείνη, αν και, αμαρτία εξομολογημένη, με ανεβάζει πολύ όταν το ακούω. Σαν να μου θυμίζει πως είμαι ζωντανή μετά από τόσες εκδρομές και χιλιόμετρα και χαζομάρες στους δρόμους.

(Στην ίδια εκδρομή, το βράδυ του τροχαίου, σε καραόκε στο ξενοδοχείο, ένας κιθαρίστας συμμαθητής είχε παίξει το «knocking on heaven’s door». Άλλο στοιχειωμένο έκτοτε).

Χιντ 2 και καταληκτικό: Μεσοβδόμαδα της εκδρομής πάμε Λευκωσία. Στις παρυφές της νεκρής ζώνης ,το σκάω από το μπουλούκι και χώνομαι να βρω κανένα πέρασμα στα κατεχόμενα. Ήταν ακόμη κλειστά τα οδοφράγματα. Δεν βρήκα. Μια βδομάδα ακριβώς μετά, ο Ντεκτάς σε μια αιφνιδιαστική απόφαση, άνοιξε το οδόφραγμα σε εκείνο ακριβώς το σημείο και χιλιάδες κόσμου μετά από 30 χρόνια περνά από τη μια πλευρά στην άλλη. Σκύλιασα…



Υπόγειο
9 Απριλίου, 2020, 9:43 μμ
Filed under: τέχνες, par me, Uncategorized | Ετικέτες:
Μια ιστορία για ένα τραγούδι:
Είναι το καλοκαίρι του 1999′ είμαι 14 και νιώθω την εφηβεία στο πετσί μου: έχω ερωτευτεί, ακούω ωραίες μουσικές, διαβάζω λογοτεχνία, κλείνομαι στον εαυτό μου και φαντάζομαι ότι θα αλλάξω τον κόσμο.
Ακούω στο ριπίτ τον ‘Ανεμοδείκτη’ του Αλκίνοου που μόλις έχει κυκλοφορήσει. Κι έρχεται ο Αλκίνοος για συναυλία στη Σαλονίκη’ Μονή Λαζαριστών’ κοντά μας.
Και πάω’ η πρώτη μου συναυλία’ με την αδερφή μου νομίζω. Στα μισά της συναυλίας πιάνει νεροποντή, Ιούνη μήνα. Χαλάνε τα μικρόφωνα, χαλάει ο κόσμος, βγαίνει ο Αλκίνοος και μετά βίας ανακοινώνει πως η συναυλία διακόπτεται για λόγους ασφάλειας των μουσικών, ‘κρατήστε όμως τα εισιτήρια και θα τα ξαναπούμε’.
Περνά ένας μήνας, δυο’ μεσολαβεί ένα γεμάτο καλοκαίρι. Έρχεται Σεπτέμβρης κι η συναυλία ξαναγίνεται’ ξανά στη Μονή, με το ιδιο εισιτήριο. Αυτή τη φορά με τη μάνα μου’ η αδερφή μου δούλευε εκείνο το φεγγάρι στη ΔΕΘ.
Ήταν 7 Σεπτεμβρίου. Η νύχτα που έγινε ο σεισμός στην Πάρνηθα. Κοντά 100 νεκροί. Ρικομέξ – θυμάσαι τη λέξη;
Αυτή τη φορά δεν έβρεχε έξω, αλλά έβρεχε μέσα μας, βαριά βροχή, μαύρη. Ο Αλκίνοος κάποια στιγμή ζήτησε την κατανόησή μας, γιατί κάποιοι μουσικοί έπαιζαν χωρίς να ξέρουν αν ήταν οι δικοί τους καλά.
Εκείνο το βράδυ είχε παίξει και μου ‘χε κολλήσει το «Υπόγειο» των Κατσιμιχαίων’ πρώτη φορά το άκουσα και μου έμεινε. Στο ταξί της επιστροφής το ράδιο έπαιζε νεότερα από τον σεισμό. Έναν πρώτο απολογισμό θυμάτων.
Γύρισα σπίτι και αναζήτησα στις κασέτες το «Υπόγειο». Για τις επόμενες τρεις μέρες η τηλεόραση μετέδιδε ασταμάτητα σε ζωντανή σύνδεση εικόνα από τα ερείπια και εγώ, κλεισμένη στο δωμάτιο, άκουγα στο κασετόφωνο το «Υπόγειο. 
Θες η θλίψη της μελωδίας; Θες το υπόγειο που το συνέδεσα υποσυνείδητα με τα ερείπια που έβγαζαν νεκρούς, σακάτες και ευθύνες;
Όποτε ακούω από τότε το «Υπόγειο» θυμάμαι εκείνη τη νύχτα στη Μονή Λαζαριστών που η καρδιά μας χτυπούσε στις δονήσεις της Πάρνηθας.

 

Συνέχεια



Του Φαντάρου
14 Νοεμβρίου, 2019, 8:56 πμ
Filed under: ελληνικά, par me, Uncategorized

Γεννήθηκα σαν σήμερα, τ’ Άη Φιλίππου, το ’48. Μες στα κρύα και τ’ς ελιές. Και τον Εμφύλιο. Είχα μεγάλο κεφάλι κι η Μάνα ζορίστηκε να με γεννήσει. Η δεύτερη γέννα, ο πρώτος σερνικός. Ο Πατέρας πολεμούσε στο Γράμμο. Η Μάνα τον ειδοποίησε – «κάναμε το Παιδί». Ο λοχαγός τού ‘γραψε άδεια, τού ‘μπηξε τσιγάρα κι ένα κατοστάρικο στο αμπέχονο και τον έστειλε σπίτι, «πήγαινε να δεις τον Φαντάρο», του ‘πε, «πήγαινε να δεις τον Φαντάρο».



Happy father’s day
18 Ιουνίου, 2018, 10:41 πμ
Filed under: par me, Uncategorized

fathers-hand

Ο μπαμπάς μου ήταν μια ζεστή παλάμη που μύριζε πάντα υγρασία και καπνό. Έχωνα τα δαχτυλάκια μου μέσα στα γιγάντια δικά του -που πριν να γεννηθώ κρατούσαν για χρόνια στιβαρά τα τιμόνια σε μεγάλα καράβια που κάναν τον γύρο της γης- για να ζεσταθώ και ένιωθα ασφάλεια. Και αγάπη.

Πάνε χρόνια πια να αγγίξουνε καπνό εκείνα τα χέρια και πλέον και τα δικά μου δάχτυλα μεγάλωσαν τόσο που, ίσως στο μέτρημα να ξεπερνούν κατά τι τα δικά του.

Αλλά σήμερα που όλοι τιμούν τους πατεράδες τους, πάω πίσω σε κείνη την ανάμνηση. Και την άλλη, τότε στο νοσοκομείο που άλλαζε τη βάρδια της μαμάς και με κατέβαζε στο κυλικείο, για να μπορεί να καπνίσει στην ουσία, αλλά κέρδιζα κι εγώ το κατιτίς μου: πότε ένα playmobil, πότε ένα Λούκι Λουκ.

Σήμερα δεν είναι πια τόσο μπαμπάς, όσο παππούς, που φλυαρεί στο τηλέφωνο και ρωτά κάθε πρωί τι ώρα ξύπνησαν και αν έφαγαν πρωινό οι εγγονοί του. Και που κάτι βράδια στις κουβέντες μας ή κάτι μέρες στον αποχαιρετισμό στο αεροδρόμιο, χαμηλώνει την -υπέροχη, βαριά- φωνή του για να συγκρατήσει μετά βίας τον λυγμό.



Μικρά Ορλεάνη
7 Ιανουαρίου, 2014, 7:36 πμ
Filed under: χύμα, ελληνικά, par me, travel

Καθόμασταν όλοι μαζί στο μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και, επηρεασμένοι οι τρεις μας από τη Μικρά Αγγλία, ανακρίναμε τον καπετάνιο, έλα πες μας, μήπως έχεις κι εσύ καμιά δεύτερη οικογένεια στη Λατινική Αμερική με τα ονόματά μας;

Κι εκείνος χαμογελούσε σιωπηλός, μ’ ένα διάπλατο σαρδόνιο χαμόγελο, σαν εκείνα που μας χάριζε αφειδώλευτα η μακαρίτισσα η μάνα του. Μυστήριο καράβι η κυρά Μιμή, σφιχτή πάντα σε συναισθήματα και γλυκά λόγια, δεν θυμάμαι ποτέ μήτε να μας χάιδεψε μήτε να μας παίνεψε, παρά το καμάρι για τα βλαστάρια της.

«Στη Νότια Αμερική δεν νομίζω, δεν έκανε πολλά ταξίδια εκεί. Στη Βόρεια όμως μπορεί, εκεί να ψάξουμε για κανένα αδερφάκι, μην ξεχνάς τη Λόλα», είπα εγώ, κι ο Κ. αναρωτήθηκε ποια είναι η Λόλα. «Η Αμερικάνα που έφτιαξε το παζλ με το λιοντάρι που είχες πάντα στο δωμάτιο σου«, του αποκρίθηκα με βεβαιότητα. το όνομα της το άκουγα κάπου κάπου σε περιπαικτικές συζητήσεις μα νόμιζα ήταν υπερβολές του καπετάνιου, μέχρι που δέκα- δεκαπέντε χρόνια πριν ανακάλυψα κάτι τηλεγραφήματα της στο πατάρι κι η ιδέα ότι έχω αδερφάκι στην Αμερική ξαναζωντάνεψε. «Σου στέλνω αγάπη και φιλιά. Λόλα«, του ‘γραφε το 1976 από τη Νέα Ορλεάνη.

Κι εκείνος συνέχισε να χαμογελά πονηρά, αυτάρεσκα, σαδιστικά σχεδόν, με ένα βλέμμα που ήθελε να κρύψει πολλά, ώσπου κάποια στιγμή που οι άλλοι δεν πρόσεχαν, έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Όταν γεννήθηκε αυτή», είπε, κι έδειξε διακριτικά την κόρη του την πρωτότοκη, «ο παππούς (που ως τότε έβλεπε τα παιδιά του να γεννοβολούν κι ο ίδιος να μην αποκτά συνονόματο απόγονο) μου είπε: ‘Το Χριστό σ’, τους γιους τ’ς έκανες με τις πουτάνες». 



Γιου Μπι Φόρτι
10 Απριλίου, 2013, 2:39 μμ
Filed under: τέχνες, ελληνικά, par me, terra

ub40

Ποτέ δεν νοσταλγώ εποχές. Μάλλον μου περισσεύει εγωισμός για να παραδεχτώ πως ο χρόνος δεν φέρνει πάντα τη βελτίωση και πως κάπου, κάποτε, κάτι έκανα λάθος και το πράμα ίσως στράβωσε.

Μα χθες, ακούγοντας αυτό το τραγούδι του 1988 Συνέχεια



Three days in Paris
7 Ιανουαρίου, 2013, 7:16 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

paris_mona_liza

Συνέχεια



It’s the end of the world as we know it…
26 Αυγούστου, 2012, 8:31 πμ
Filed under: ελληνικά, par me

…and i feel fine 🙂



Τ’ Άη Γρηγόρη
25 Ιανουαρίου, 2012, 6:26 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra

Λοιπόν, τέτοιες μέρες πάνω είναι οι πιο ψυχρές όλης της χρονιάς. Θυμάμαι να γυρίζω απόγευμα από το σχολείο και να πεθαίνω απ’ το κρύο (απόσταση 50μ). Υγρασία και ψυχρός αέρας.

Ο μπαμπάς πάντα έπαιρνε άδεια και ερχόταν σπίτι από την εκκλησία, καλοντυμένος (γιλέκο πλεκτό, πουκάμισο, γραβάτα) και απαντούσε ολημερίς στα τηλέφωνα. Παλιότερα που δούλευε, τού έστελναν και καλάθια με ποτά εταιρείες που συνεργαζόταν μαζί τους.

Η μαμά μαγειρεύει από το μεσημέρι – το σπίτι μυρίζει φαγητά. Πιο παλιά, απ’ το ’80 ως το ’98, ερχόταν πάνω η γιαγιά η Δέλτα, από το χωριό. Δεν είχε τι να κάνει και καθόταν όλη μέρα στην κουζίνα και έτρεμε το τραπέζι απ’ το πάρκινσόν της. Άμα βαριόταν πολύ, μου έλεγε ο μπαμπάς «πήγαινε τρίψε λίγο τα χεράκια της γιαγιάς» και πήγαινα και τα ‘τριβα κι έλεγε ο μπαμπάς «Άι! Άι! Είδες βάβω η αγγόνα σου;». Ύστερα της έλεγε να δει τα δάχτυλά μου, που έμοιαζαν με του μακαρίτη του παππού.

Κι η γιαγιά, που ποτέ δεν τη θυμάμαι να εκφράζεται, δεν έλεγε τίποτα. Μονάχα χαμογελούσε διάπλατα με ένα χαμόγελο που πρόδιδε ευτυχία μαζί και καμάρι.

Κατά το βραδάκι έπιαναν να έρχονται πρώτα ο παππούς ο παπάς κι η γιαγιά η παπαδιά και μετά οι θείοι. Έτρωγαν, έπιναν και μετά τραγουδούσαν και λέγανε αστεία. Καμιά φορά το γλέντι κράταγε ως τις 2-3, το πρωί.

Αυτά τα πρώτα χρόνια. Μετά το ’98, που η γιαγιά έπαθε εγκεφαλικό, σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω γιατί ήταν μακρύ το ταξίδι (8 ώρες με το κτελ). Μια φορά θυμάμαι ήρθε ο θείος ο Γιάννης, τις υπόλοιπες έστελνε αντιπρόσωπό του (τη θεία την Λόπα ή τη Φρόσω) και τελευταία μονάχα ένα δέμα, με κρέατα. Μια χρονιά είχε στείλει ένα ολόκληρο γουρουνόπουλο σφαγμένο. Ο μπαμπάς το πήρε απ’ τα κτελ και το άφησε το βράδυ στο μπαλκόνι, μέχρι να το πάει το πρωί στον χασάπη, να το τεμαχίσει. Είχε τόσο κρύο, που δεν ήθελε ψυγείο. Κάπου υπάρχει μια πολαρόιντ φωτογραφία από κείνο το γουρουνάκι στο μπαλκόνι μας.

Ύστερα άρχισαν να αραιώνουν οι γιορτές και ο κόσμος. Πέθανε ο κυρ Αλέκος (αυτός που είδα απόψε στον ύπνο μου πως αναστήθηκε), αραίωσαν και οι θείοι – ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Νομίζω πως με τα χρόνια, μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η κούραση. Σήμερα δεν ξέρω ποιοι θα πάνε, εκτός απ’ τα παιδιά και τον παππού. Ο θείος Κάπα είναι αποκλεισμένος, γιατί στο Ωραιόκαστρο χιονίζει, κι ο θείος Σίγμα δουλεύει.

Ε, αυτά.



Σαλαμίς
1 Νοεμβρίου, 2011, 8:44 πμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
……………………………………………………..
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ
Συνέχεια