Παραμύθια χωρίς νόημα v.iii


Μικρά Ορλεάνη
Ιανουαρίου 7, 2014, 7:36 πμ
Filed under: χύμα, ελληνικά, par me, travel

Καθόμασταν όλοι μαζί στο μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και, επηρεασμένοι οι τρεις μας από τη Μικρά Αγγλία, ανακρίναμε τον καπετάνιο, έλα πες μας, μήπως έχεις κι εσύ καμιά δεύτερη οικογένεια στη Λατινική Αμερική με τα ονόματά μας;

Κι εκείνος χαμογελούσε σιωπηλός, μ’ ένα διάπλατο σαρδόνιο χαμόγελο, σαν εκείνα που μας χάριζε αφειδώλευτα η μακαρίτισσα η μάνα του. Μυστήριο καράβι η κυρά Μιμή, σφιχτή πάντα σε συναισθήματα και γλυκά λόγια, δεν θυμάμαι ποτέ μήτε να μας χάιδεψε μήτε να μας παίνεψε, παρά το καμάρι για τα βλαστάρια της.

«Στη Νότια Αμερική δεν νομίζω, δεν έκανε πολλά ταξίδια εκεί. Στη Βόρεια όμως μπορεί, εκεί να ψάξουμε για κανένα αδερφάκι, μην ξεχνάς τη Λόλα», είπα εγώ, κι ο Κ. αναρωτήθηκε ποια είναι η Λόλα. «Η Αμερικάνα που έφτιαξε το παζλ με το λιοντάρι που είχες πάντα στο δωμάτιο σου«, του αποκρίθηκα με βεβαιότητα. το όνομα της το άκουγα κάπου κάπου σε περιπαικτικές συζητήσεις μα νόμιζα ήταν υπερβολές του καπετάνιου, μέχρι που δέκα- δεκαπέντε χρόνια πριν ανακάλυψα κάτι τηλεγραφήματα της στο πατάρι κι η ιδέα ότι έχω αδερφάκι στην Αμερική ξαναζωντάνεψε. «Σου στέλνω αγάπη και φιλιά. Λόλα«, του ‘γραφε το 1976 από τη Νέα Ορλεάνη.

Κι εκείνος συνέχισε να χαμογελά πονηρά, αυτάρεσκα, σαδιστικά σχεδόν, με ένα βλέμμα που ήθελε να κρύψει πολλά, ώσπου κάποια στιγμή που οι άλλοι δεν πρόσεχαν, έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Όταν γεννήθηκε αυτή», είπε, κι έδειξε διακριτικά την κόρη του την πρωτότοκη, «ο παππούς (που ως τότε έβλεπε τα παιδιά του να γεννοβολούν κι ο ίδιος να μην αποκτά συνονόματο απόγονο) μου είπε: ‘Το Χριστό σ’, τους γιους τ’ς έκανες με τις πουτάνες». 



Γιου Μπι Φόρτι
Απρίλιος 10, 2013, 2:39 μμ
Filed under: τέχνες, ελληνικά, par me, terra

ub40

Ποτέ δεν νοσταλγώ εποχές. Μάλλον μου περισσεύει εγωισμός για να παραδεχτώ πως ο χρόνος δεν φέρνει πάντα τη βελτίωση και πως κάπου, κάποτε, κάτι έκανα λάθος και το πράμα ίσως στράβωσε.

Μα χθες, ακούγοντας αυτό το τραγούδι του 1988 Συνέχεια



Three days in Paris
Ιανουαρίου 7, 2013, 7:16 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

paris_mona_liza

Συνέχεια



It’s the end of the world as we know it…
Αύγουστος 26, 2012, 8:31 πμ
Filed under: ελληνικά, par me

…and i feel fine 🙂



Τ’ Άη Γρηγόρη
Ιανουαρίου 25, 2012, 6:26 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra

Λοιπόν, τέτοιες μέρες πάνω είναι οι πιο ψυχρές όλης της χρονιάς. Θυμάμαι να γυρίζω απόγευμα από το σχολείο και να πεθαίνω απ’ το κρύο (απόσταση 50μ). Υγρασία και ψυχρός αέρας.

Ο μπαμπάς πάντα έπαιρνε άδεια και ερχόταν σπίτι από την εκκλησία, καλοντυμένος (γιλέκο πλεκτό, πουκάμισο, γραβάτα) και απαντούσε ολημερίς στα τηλέφωνα. Παλιότερα που δούλευε, τού έστελναν και καλάθια με ποτά εταιρείες που συνεργαζόταν μαζί τους.

Η μαμά μαγειρεύει από το μεσημέρι – το σπίτι μυρίζει φαγητά. Πιο παλιά, απ’ το ’80 ως το ’98, ερχόταν πάνω η γιαγιά η Δέλτα, από το χωριό. Δεν είχε τι να κάνει και καθόταν όλη μέρα στην κουζίνα και έτρεμε το τραπέζι απ’ το πάρκινσόν της. Άμα βαριόταν πολύ, μου έλεγε ο μπαμπάς «πήγαινε τρίψε λίγο τα χεράκια της γιαγιάς» και πήγαινα και τα ‘τριβα κι έλεγε ο μπαμπάς «Άι! Άι! Είδες βάβω η αγγόνα σου;». Ύστερα της έλεγε να δει τα δάχτυλά μου, που έμοιαζαν με του μακαρίτη του παππού.

Κι η γιαγιά, που ποτέ δεν τη θυμάμαι να εκφράζεται, δεν έλεγε τίποτα. Μονάχα χαμογελούσε διάπλατα με ένα χαμόγελο που πρόδιδε ευτυχία μαζί και καμάρι.

Κατά το βραδάκι έπιαναν να έρχονται πρώτα ο παππούς ο παπάς κι η γιαγιά η παπαδιά και μετά οι θείοι. Έτρωγαν, έπιναν και μετά τραγουδούσαν και λέγανε αστεία. Καμιά φορά το γλέντι κράταγε ως τις 2-3, το πρωί.

Αυτά τα πρώτα χρόνια. Μετά το ’98, που η γιαγιά έπαθε εγκεφαλικό, σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω γιατί ήταν μακρύ το ταξίδι (8 ώρες με το κτελ). Μια φορά θυμάμαι ήρθε ο θείος ο Γιάννης, τις υπόλοιπες έστελνε αντιπρόσωπό του (τη θεία την Λόπα ή τη Φρόσω) και τελευταία μονάχα ένα δέμα, με κρέατα. Μια χρονιά είχε στείλει ένα ολόκληρο γουρουνόπουλο σφαγμένο. Ο μπαμπάς το πήρε απ’ τα κτελ και το άφησε το βράδυ στο μπαλκόνι, μέχρι να το πάει το πρωί στον χασάπη, να το τεμαχίσει. Είχε τόσο κρύο, που δεν ήθελε ψυγείο. Κάπου υπάρχει μια πολαρόιντ φωτογραφία από κείνο το γουρουνάκι στο μπαλκόνι μας.

Ύστερα άρχισαν να αραιώνουν οι γιορτές και ο κόσμος. Πέθανε ο κυρ Αλέκος (αυτός που είδα απόψε στον ύπνο μου πως αναστήθηκε), αραίωσαν και οι θείοι – ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Νομίζω πως με τα χρόνια, μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η κούραση. Σήμερα δεν ξέρω ποιοι θα πάνε, εκτός απ’ τα παιδιά και τον παππού. Ο θείος Κάπα είναι αποκλεισμένος, γιατί στο Ωραιόκαστρο χιονίζει, κι ο θείος Σίγμα δουλεύει.

Ε, αυτά.



Σαλαμίς
Νοέμβριος 1, 2011, 8:44 πμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
……………………………………………………..
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;

ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ
Συνέχεια



Moules au vin blanc
Οκτώβριος 19, 2011, 5:45 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra, travel

Μύδια με λευκό κρασί και περίφημες βέλγικες τηγανητές πατάτες στην Grand Place. Στο πατάρι ενός παλιού, ξύλινου μπαρ-εστιατορίου, που χάρηκα πολύ που το βρήκα, έπειτα από αρκετή αναζήτηση ανάμεσα σε τουριστικά εστιατόρια και ελληνικά γυράδικα με ονομασίες που παραπέμπουν σε summer in Greece (“Athens”, “Plaka”, “Mykonos”, “Santorini”, “Apollonia”). Κρύο αρκετό και υγρασία που διαπερνά τα ρούχα και τη νιώθεις να πασχίζει να σου τρυπήσει το δέρμα.
Δίπλα μου η πλατεία, με τα χρυσοκέντητα κτήριά της, δείγματα ενός παρελθόντος πλούτου που, προφανώς περίσσευε τόσο, ώστε να επικολληθεί στα τούβλα (ίσως, κατ’ αναλογία, να είναι και δείγμα ότι η πόλη δεν πέρασε τόσα πολεμικά δεινά όσα οι αντίστοιχες ελληνικές, ώστε να εξαναγκάσει τους κατοίκους της σε κοινωνική και πολεοδομική εξαθλίωση, όπως πχ συνέβη στην Αθήνα).
Απ’ την άλλη, ζηλεύω τη διαύγεια και την ευμάρεια των ανθρώπων που μπόρεσαν και διατήρησαν τόπους όπως αυτός που τρώω, όπου η παραδοσιακή, ζεστή, ξύλινη διακόσμηση δεν αφέθηκε να ξεριζωθεί απ’ το μοντέρνο, ακόμη και τώρα που τα δοκάρια πάνω απ’ το κεφάλι των θαμώνων σαπίζουν.
Κατά τα άλλα, λατρεύω τον ήχο των πιρουνιών και ποτηριών που αλληλαγγίζονται και τη γλυκιά προσμονή των γκαρσονιών μόλις ανοίξει τις πόρτες του το μαγαζί.

[Ταξιδιωτικές σημειώσεις από την τέταρτη επίσκεψη στις Βρυξέλλες].