Παραμύθια χωρίς νόημα v.iii


Τ’ Άη Γρηγόρη
Ιανουαρίου 25, 2012, 6:26 μμ
Filed under: ελληνικά, par me, terra

Λοιπόν, τέτοιες μέρες πάνω είναι οι πιο ψυχρές όλης της χρονιάς. Θυμάμαι να γυρίζω απόγευμα από το σχολείο και να πεθαίνω απ’ το κρύο (απόσταση 50μ). Υγρασία και ψυχρός αέρας.

Ο μπαμπάς πάντα έπαιρνε άδεια και ερχόταν σπίτι από την εκκλησία, καλοντυμένος (γιλέκο πλεκτό, πουκάμισο, γραβάτα) και απαντούσε ολημερίς στα τηλέφωνα. Παλιότερα που δούλευε, τού έστελναν και καλάθια με ποτά εταιρείες που συνεργαζόταν μαζί τους.

Η μαμά μαγειρεύει από το μεσημέρι – το σπίτι μυρίζει φαγητά. Πιο παλιά, απ’ το ’80 ως το ’98, ερχόταν πάνω η γιαγιά η Δέλτα, από το χωριό. Δεν είχε τι να κάνει και καθόταν όλη μέρα στην κουζίνα και έτρεμε το τραπέζι απ’ το πάρκινσόν της. Άμα βαριόταν πολύ, μου έλεγε ο μπαμπάς «πήγαινε τρίψε λίγο τα χεράκια της γιαγιάς» και πήγαινα και τα ‘τριβα κι έλεγε ο μπαμπάς «Άι! Άι! Είδες βάβω η αγγόνα σου;». Ύστερα της έλεγε να δει τα δάχτυλά μου, που έμοιαζαν με του μακαρίτη του παππού.

Κι η γιαγιά, που ποτέ δεν τη θυμάμαι να εκφράζεται, δεν έλεγε τίποτα. Μονάχα χαμογελούσε διάπλατα με ένα χαμόγελο που πρόδιδε ευτυχία μαζί και καμάρι.

Κατά το βραδάκι έπιαναν να έρχονται πρώτα ο παππούς ο παπάς κι η γιαγιά η παπαδιά και μετά οι θείοι. Έτρωγαν, έπιναν και μετά τραγουδούσαν και λέγανε αστεία. Καμιά φορά το γλέντι κράταγε ως τις 2-3, το πρωί.

Αυτά τα πρώτα χρόνια. Μετά το ’98, που η γιαγιά έπαθε εγκεφαλικό, σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω γιατί ήταν μακρύ το ταξίδι (8 ώρες με το κτελ). Μια φορά θυμάμαι ήρθε ο θείος ο Γιάννης, τις υπόλοιπες έστελνε αντιπρόσωπό του (τη θεία την Λόπα ή τη Φρόσω) και τελευταία μονάχα ένα δέμα, με κρέατα. Μια χρονιά είχε στείλει ένα ολόκληρο γουρουνόπουλο σφαγμένο. Ο μπαμπάς το πήρε απ’ τα κτελ και το άφησε το βράδυ στο μπαλκόνι, μέχρι να το πάει το πρωί στον χασάπη, να το τεμαχίσει. Είχε τόσο κρύο, που δεν ήθελε ψυγείο. Κάπου υπάρχει μια πολαρόιντ φωτογραφία από κείνο το γουρουνάκι στο μπαλκόνι μας.

Ύστερα άρχισαν να αραιώνουν οι γιορτές και ο κόσμος. Πέθανε ο κυρ Αλέκος (αυτός που είδα απόψε στον ύπνο μου πως αναστήθηκε), αραίωσαν και οι θείοι – ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Νομίζω πως με τα χρόνια, μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η κούραση. Σήμερα δεν ξέρω ποιοι θα πάνε, εκτός απ’ τα παιδιά και τον παππού. Ο θείος Κάπα είναι αποκλεισμένος, γιατί στο Ωραιόκαστρο χιονίζει, κι ο θείος Σίγμα δουλεύει.

Ε, αυτά.

Advertisements