Παραμύθια χωρίς νόημα v.iii


Österreichisch Inspiration
Δεκέμβριος 31, 2005, 10:44 μμ
Filed under: χύμα, ελληνικά

Το έμβλημα της αυστριακής προεδρίας, που διαδέχεται τη βρετανική στην Ε.Ε.
Barcodes με τις σημαίες των 25. Καλό, ε;

Καλή χρονιά σε όλους!

Advertisements


“Και τώρα η χήρα του με δύο ορφανά, με τρεις κι εξήντα σύνταξη τη μοίρα βλαστημά…”
Δεκέμβριος 31, 2005, 12:58 μμ
Filed under: χύμα, ελληνικά
Ψωροκορόνα γράμματα στο τζόγο της ζωής…Επάγγελμα;

Ποιο επάγγελμα;

Τι επάγγελμα;

Ληστής!

[Παύλος Σιδηρόπουλος-«Άντε…και καλή τύχη, μάγκες»]

Καταζητούμενοι
Δήλωση Υπουργού Δημόσιας Τάξης
ΕΛΑΣ



“I’m so tired, I can’t sleeep…”
Δεκέμβριος 29, 2005, 10:15 μμ
Filed under: τέχνες, χύμα, ελληνικά

[ttallou 12 ετών.
Μάθημα γυναικολογίας με τη νοσοκόμα μαμά πριν το τεστ στη βιολογία.
«Και η γυναίκα έχει μια μήτρα»…
«Μήτρα; Να, μισό λεπτό, έχει μια η Δήμητρα σε μια κασέτα της…»
«Τι είναι αυτό; Τέτοια πράγματα ακούει η Δήμητρα;»
…]

Πήρα ένα μικρό δωράκι στον εαυτό μου, μέρες που είναι, να θυμηθώ τα νιάτα μου…

«Sit and drink Pennyroyal Tea
Distill the life that’s inside of me
Sit and drink Pennyroyal Tea
I’m anemic royalty»



Λολίτα
Δεκέμβριος 28, 2005, 10:30 μμ
Filed under: χύμα, ελληνικά

Τούτη η μέρα τα άξιζε τα λεπτά της…
για την τρελή στιχομυθία με την κουφή νταντά μου («Είμαι κάτω, να ‘ρθω να σε δω;» «Εσύ είσαι; Καλέ βάρυνε η φωνή σου, καπνίζεις;» «Όχι…να ’ρθω;» «Χάρηκα που σε άκουσα, γεια!») που, έστω και ετεροχρονισμένα, κατάλαβε κι ήρθε να με πάρει σπίτι της…
…για το πιο λαμπρό ουράνιο τόξο που ξεπρόβαλε στα μάτια μου το μεσημέρι, μετά τη βροχή, στους Αμπελόκηπους…
…για λίγα χάδια στην πλατούλα σου που έκαιγε από τον πυρετό…
…για τα περιπολικά που συνάντησα γυρνώντας την πόλη: Άλλο για μπλόκο, άλλο για ατύχημα, άλλο για φονικό καυγά…
Όμορφες ανοιξιάτικες μέρες καταμεσής του χειμώνα…
Μήπως να βάλω τη φαντασία μου να τις γράψει σε σενάριο;



Δεκέμβριος 27, 2005, 5:40 μμ
Filed under: χύμα, ελληνικά

Καλή σου ξεκούραση…



Η σειρήνα (μια ιστορία του καλοκαιριού)
Δεκέμβριος 26, 2005, 5:30 μμ
Filed under: χύμα, ελληνικά

Download Σειρήνα.wav

Το καλοκαίρι που κατέβηκα στο νησί άκουσα για πρώτη φορά τη σειρήνα που ηχεί στην εισβολή. Τα προηγούμενα χρόνια είτε δεν συνέπεπτε η επέτειος για να ακουστεί είτε δεν την άκουγα μες στο βαθύ μου ύπνο.

Φέτος όμως, στην επέτειο του πραξικοπήματος της χούντας εναντίον του Μακαρίου στις 15 Ιουλίου, χτύπησε το τηλέφωνο στις 8:15 το πρωί. «Θα χτυπήσει η σειρήνα σε 5’ λεπτά», ακούστηκε από την άλλη άκρη, «ετοίμασε την κάμερα να τη γράψεις».

Στις 8:20 ακριβώς ακούστηκε η σειρήνα, σε ανάμνηση του πρώτου πυροβολισμού που έπεσε στη Λευκωσία 31 χρόνια πριν. Κράτησε ένα λεπτό, κι όταν τέλειωσε προσπαθούσα να βρω τις χαμένες μου αναπνοές. Έκλαψα γοερά μετά από επτά μήνες «αφλογιστίας».

Την ίδια κιόλας μέρα, το απόγευμα, πήγα στο Hilton να συναντήσω τον Πάτροκλο Σταύρου. Ο Πάτροκλος Σταύρου ήταν το δεξί χέρι του Μακαρίου, ο «Υφυπουργός παρά τω Προέδρω» της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τον είχα γνωρίσει το 2003, εντελώς τυχαία, όταν βοηθούσε την αδερφή του ήρωα της ΕΟΚΑ, Ευαγόρα Παλληκαρίδη, σε μια δουλειά της στο βιβλιοπωλείο των Κεντρικών Φυλακών της Λευκωσίας. Είχα μπει ένα πρωινό με γεμάτη τσέπη για να αγοράσω βιβλία, τους εντυπωσίασε το μπλουζάκι που είχα τυπώσει για το «Δεν ξεχνώ», με ρώτησαν ποια είμαι, τους είπα «η ttallou», κι όταν μου απάντησε πως η γυναίκα εκεί ήταν η αδερφή του Παλληκαρίδη, εντυπωσιάστηκα και ζήτησα να τους φωτογραφίσω. Δέχτηκαν κι έπειτα μου ‘γράψαν κι οι δυο τις διευθύνσεις τους για να τους στείλω τις φωτογραφίες. Όταν επέστρεψα στη Θεσσαλονίκη η μαμά μου εντυπωσιάστηκε για το πώς γνώρισα αυτόν τον άνθρωπο. Ο Σταύρου εντυπωσιάστηκε λίγο καιρό μετά από την ευθύτητά μου, επειδή πράγματι, όπως είχα υποσχεθεί, τους έστειλα τις φωτογραφίες. Έτσι ξεκίνησε η σχέση μας, η οποία συνεχίστηκε μόνο δι’ αλληλογραφίας ή τηλεφωνημάτων, διότι όποτε εγώ ήμουν στην Αθήνα ή την Κύπρο, έλειπε αυτός.

Εκείνο το απόγευμα, της 15ης Ιουλίου 2005, το Σταύρου τον βρήκα να κάθεται στο σαλόνι του Hilton παρέα με έναν Κύπριο διπλωμάτη και την Αμερικάνα γυναίκα του. Του εξήγησα το σκοπό της επίσκεψής μου (ήθελα μια μικρή ιστορία on camera για ένα μικρό ντοκιμαντέρ μου) και βυθίστηκε σκεπτικός στον καναπέ. «Δε σας συναντώ τυχαία τέτοια μέρα», διόρθωσα τα λόγια μου, «Θέλω να θυμηθείτε τι κάνατε σαν σήμερα πριν 31 χρόνια, πού ήσασταν». Κόμπιασε λίγο, μα άμα του εξομολογήθηκα πως ο θείος μου, φαντάρος τότε που ήταν στη φύλαξη του ΡΙΚ, τον είχε δείρει μέσα στο σαματά της μέρας, γύρισε προς το διπλωμάτη, ψέλλισε με ενθουσιασμό κάτι σαν «Μα είδες συμπτώσεις;», μου ‘πιασε το χέρι κι άρχισε, με κάμερα σβηστή, να μου περιγράφει πού ήταν τέτοια μέρα το ’74. Λίγη ώρα μετά η συντροφιά του καφέ διαλύθηκε και με τον Σταύρου πήραμε το δρόμο για το σπίτι του, όπου με φόντο μια φωτογραφία του με τον Μαο Τσε Τουγκ, μου διηγήθηκε πώς κατάφερε να φύγει ο Μακάριος από το φλεγόμενο Προεδρικό Μέγαρο. Στην αφήγησή του ήταν σαφής: Το πραξικόπημα της Χούντας ήταν δειλό και προπάντων προδοτικό. Δε διαφώνησα.

Στο Hilton είχα πάει από το σπίτι μιας οικογενειακής φίλης, μεγάλης σε ηλικία, που έμενε εκεί κοντά, στο Στρόβολο. Την κυρία Μαρούλα, που μισό αιώνα πριν είχε κρύψει κάποια βραδιά στο παλιό της σπίτι τον υπαρχηγό της ΕΟΚΑ, Γρηγόρη Αυξεντίου, την είχα πείσει κι εκείνη να μου μιλήσει (χωρίς όμως να ξέρει ότι τη βιντεοσκοπούσα) για κείνες τις μέρες. Βγήκαμε στο μπαλκόνι της, εκείνη να κοιτά τον ερυθροβαμμένο Πενταδάχτυλο κι εγώ να τον έχω πλάτη, και θυμήθηκε πώς αντέδρασε όταν άκουσε στο ραδιόφωνο ότι «Ο Μακάριος είναι νεκρός». Είχε χαρεί. Νόμιζε πως ήταν η αρχή της πολυπόθητης Ένωσης. Αργότερα, όπως λέει, κατάλαβε την πλάνη της. Ούτε αυτή την παρεξηγώ: Είχε μπλέξει το συναίσθημα με τη λογική κι έψαχνε μέσ’ από τα αδιέξοδα της συμφωνίας Ανεξαρτησίας της Ζυρίχης να βρει επιστροφές στο αιώνιο όραμα.

Ήταν η πιο συναρπαστική μου μέρα στην Κύπρο: Ήμουν όλη μέρα στους δρόμους και κατάφερα μέσα σε λίγες ώρες να καταγράψω τις δυο απόψεις που κατοπτρίζουν τα άκρα της κυπριακής τραγωδίας: Τους «Γριβικούς» και τους «Μακαριακούς».

Λίγες μέρες μετά μίλησα και με έναν έφεδρο αξιωματικό της εισβολής, ο οποίος επέμενε, παρά την απορία και την ένστασή μου, ότι μέχρι τις 22 Ιουλίου που ο Καραμανλής υπέγραψε την ανακωχή, Τούρκου πόδι δεν είχε πατήσει στη Μεγαλόνησο, κι ας είχε βομβαρδιστεί ο Πενταδάχτυλος ήδη από τα χαράματα της 20ης.

Είχα μπερδευτεί για τα καλά. Πάνω που πίστευα ότι έβρισκα την αλήθεια μου, τη δικιά μου αλήθεια που πάντα θα βρίσκεται στη μέση, οι νέες μαρτυρίες μου ‘δωσαν μια γερή σπρωξιά και ξαναγύρισα στην αρχή.

Η δικιά μου αλήθεια θα είναι πάντα στη μέση, διότι μεγάλωσα ακούγοντας τη μια ακραία εκδοχή της ιστορίας, ότι για όλα έφταιγε ο Μακάριος. Ο παππούς μου ο παπάς, ο Κύπριος, ήταν διαφωτιστής της ΕΟΚΑ. Τον είχαν πιάσει οι Άγγλοι δυο φορές και τον είχαν βασανίσει. Γιος Μακεδονομάχου κι αγνός οραματιστής, είχε τον πόθο της Ένωσης άσβηστο μέσα του κι όταν ακόμα η μόνη λέξη που ακουγόταν στο νησί ήταν «Ανεξαρτησία». Ήταν ξεκάθαρα απ’ τη μεριά του Γρίβα, μονάχα που δε συντάχθηκε ποτέ με την ΕΟΚΑ Β’, διότι διαφωνούσε με τη βία τους. Ο παππούς μου ήθελε την Ένωση και διαφωνούσε με τη μονομερή διακυβέρνηση του Μακαρίου. Όταν, το ’73, του ‘ρθε ένα χαρτί από τη Μητρόπολη της Πάφου, γραμμένο από τους δυο –τρεις «αντάρτες» μητροπολίτες εναντίον του Μακαρίου, το διάβασε στο εκκλησίασμα χωρίς φόβο, σε αντίθεση με το μεγαλύτερο μέρος του κλήρου που ήταν μακαριακοί. Το αποτέλεσμα ήταν να στιγματιστεί αμέσως ως «γριβικός» και γρήγορα να ξεκινήσει ο πόλεμος από πλευράς Μακαρίου: Του κόπηκε ο μισθός. Έχοντας να συντηρήσει μια οχταμελή οικογένεια και ζώντας στη φτώχεια από τους πολλούς μήνες που ήταν άμισθος, τα μάζεψε και ήρθε στην Ελλάδα. Σιγά σιγά τον ακολούθησε η υπόλοιπη οικογένεια.

Μεγάλωσα ακούγοντας αυτήν την ιστορία και τραγούδια για τη «φωνή του Διγενή». Νόμιζα πως αυτή ήταν η μόνη αλήθεια, μέχρι που ανακάλυψα πως όλος ο υπόλοιπος κόσμος έλεγε τ’ αντίθετο κι είχε στο σπίτι του πορτραίτα του Μακαρίου. Κατάλαβα πως κάτι «πάει στραβά» κι άρχισα να διαβάζω και να συζητώ.

Σήμερα μου τηλεφώνησε ξανά ο Σταύρου. Έλαβε το ντοκιμαντέρ μου κι ήθελε να κάμει τα σχόλιά του. «Η γυναίκα», λέει, «που μίλησε για Ένωση, είναι τρελή. Δεν είχε μιλήσει κανείς για Ένωση. Κι ο αξιωματικός πελλάρες λέει, ο Πενταδάχτυλος καιγόταν απ΄τις 19. Μονάχα εγώ λέω την αλήθεια».

Του απάντησα πως εγώ μονάχα ιστορίες ήθελα να ακούσω κι έκανα το φιλμ. Η αλήθεια για τον καθένα είναι σχετική.

Αισθάνομαι πως μετά από κάποια χρόνια αδιάκοπης μελέτης, δεν είμαι ακόμα σίγουρη για το ποιος πραγμάτικα έφταιγε για την «κυπριακή τραγωδία». Νομίζω πως τελικά φταίξαν όλοι, εκτός από τον ελληνικό λαό. Έφταιξε η ανόητη χούντα, που πίστεψε τους Αμερικάνους, φταίξαν οι Εγγλέζοι που ‘βαλαν το ’55 τους Τούρκους στο παιχνίδι, δίχως να υφίσταται ως τότε τέτοια ανάγκη, φταίξαν οι Τούρκοι που ήταν κυνικοί, έφταιξαν οι Παπανδρέου που απέρριψαν το σχέδιο Άτσεσον κι ο Καραμανλής που δέχτηκε αμαχητί τις συμφωνίες της Ζυρίχης, έφταιξε ο Γρίβας που παραδόθηκε στο παιχνίδι της βίας κι έφταιξε κι ο Μακάριος που μετά την εξορία στις Σεϋχέλλες δεν αναφέρθηκε ξανά σε «Ένωση», δέχτηκε τις συμφωνίες της Ζυρίχης και καλλιέργησε –ή έστω, επέτρεψε- την προσωπολατρεία του. Για μένα, έφταιξε κι ο ελληνοκυπριακός λαός που επέτρεψε τον ίδιο του το διχασμό, δείχνοντας τυφλή υπακοή στους δυο ηγέτες της ΕΟΚΑ.

Δεν του τα ‘πα έτσι ακριβώς του Σταύρου. Ένιωθα πως δε θα με καταλάβαινε.

Μα όταν έκλεισα το τηλέφωνο επέστρεψα στο καλοκαίρι μου: Πέντε μέρες μετά την πρώτη σειρήνα, στις 20 Ιουλίου, τα χαράματα ξαναχτύπησε η σειρήνα, σε ανάμνηση της εισβολής που ξεκινούσε τέτοια ώρα (5:20) το ‘74. Είχα στο μεταξύ μιλήσει με ένα σωρό κόσμο κι είχα μάλλον ξενερώσει από τις συνωμοσίες και τις προδοσίες- σε βάρος τίνος τελικά; Έξω χάραζε, εγώ κοιμόμουν και ξύπνησα, μάλλον ενστικτωδώς, μισό λεπτό πριν. Αυτή τη φορά ο ήχος της σειρήνας δε με τάραξε. Δεν ήμουν «αθώα» πια για να κλάψω πάλι. Μονάχα γύρισα πλευρό και ξανακοιμήθηκα…

***
Wikipedia: Modern History of Cyprus
Πάτροκλος Σταύρου
ttallou flickr: φωτογραφίες από την κατεχόμενη Λευκωσία



Silvester Irony
Δεκέμβριος 26, 2005, 2:06 μμ
Filed under: χύμα, ελληνικά, travel

Το χτύπημα του τσουνάμι πέρσι, τέτοια μέρα, με είχε βρει σε ένα μπαρ στη Στουτγάρδη να σερβίρω ποτά σε έναν ψωνισμένο Έλληνα ζωγράφο. Σκούπιζα ποτήρια και σκεφτόμουν πως ο κίτρινος φωτισμός και η ξύλινη διακόσμηση, σε συνδυασμό με την κουβέντα μου με έναν άγνωστο ως τότε μεσήλικα, παρέπεμπαν πιο πολύ σε σκηνικό ταινίας, παρά στη χριστουγεννιάτική μου πραγματικότητα. Ξαφνικά άνοιξε η πίσω πόρτα και μπήκε μέσα, μαζί με ένα κύμα γερμανικού ψύχους, η Δέσποινα, που ξεφώνισε κάτι σαν «Έγινε σεισμός στις Μαλδίβες και χάθηκαν τα νησιά» κι άνοιξε τη μικρή τηλεόραση της γωνιάς που ήταν συντονισμένη στην ΕΡΤ μέσω της Nova.
Εκείνη τη νύχτα οι περισσότεροι πελάτες ήταν Έλληνες, που ήρθαν να ξεπεράσουν σε οικογενειακή ελληνική ατμόσφαιρα την κραιπάλη του περασμένου μερόνυχτου, οπότε γρήγορα καταλήξαμε όλοι ένα γαϊτανάκι γύρω από το ομιλών κουτί για να ανακαλύψουμε πως ούτε στις Μαλδίβες είχε γίνει ο σεισμός, ούτε απλός σεισμός ήταν, κι ότι ασφαλώς, οι ζημιές δεν είχαν περιοριστεί στην εξαφάνιση κάποιων νησιών. Η παρέα έσπασε μόνο όταν εν μέσω φιλοσοφικών αναπάντητων ερωτημάτων («Τι είναι η ζωή…τι είναι ο άνθρωπος») η θεία Μαρία φώναξε με ύφος απορίας «Καλέ, η Σούλα δεν ήταν να πετάξει σήμερα για Μαλδίβες;» και κατευθυνθήκαμε όλοι προς το τηλέφωνο αναζητώντας τη Σούλα. Τελικά η Σούλα, που ΄χε αναβάλει για δυο μέρες το ταξίδι για να προλάβει τη βραδιά των Χριστουγέννων το χορό των Ποντίων, λίγο προτού ξεκινήσει για το αεροδρόμιο, δέχτηκε τηλεφώνημα από το ταξιδιωτικό πρακτορείο:«Λυπούμαστε, το ταξίδι σας αναβάλλεται, έγινε μεγάλος σεισμός στην περιοχή με ανυπολόγιστες ζημιές και θύματα».
Η διάθεσή μας χριστουγεννιάτικα είχε γαμηθεί. Όλη μας η έγνοια τις επόμενες μέρες ήταν στους πόσους είχε φτάσει ο αριθμός των νεκρών και αν βρέθηκαν οι αγνοούμενοι Έλληνες. Αναλύσεις επί αναλύσεων μεταξύ μας για τις ευθύνες και το φιλότιμο, ζάπιγκ στα ελληνικά κανάλια για να προλάβουμε το ένα δελτίο μετά το άλλο και αναγνώσεις των σχετικών αφιερωμάτων στο γερμανικό τύπο, που λοιδορούσε τους συμπατριώτες τους που είχαν παραμείνει στην περιοχή για να απολαύσουν τον ήλιο και τη φτηνή μπύρα (τάδε έφη η Bild σε κάποιο από κείνα τα τεύχη της).
Ώσπου φτάνει η παραμονή της Πρωτοχρονιάς κι εμείς κατεβάζουμε τα στόρια σε σπίτι και μαγαζί και ξεκινούμε το ταξίδι για το Βερολίνο. Όταν, μπαίνοντας στην πόλη, έπιασε να ρίχνει ψιλόβροχο και στο ραδιόφωνο έπαιζε Red Hot Chilli Peppers – «Under the bridge», ξέχασα τα πάντα κι αποφάσισα στη γιορτινή πρωτεύουσα να θυμηθώ το χαμόγελο και την κυνική ρήση «Η ζωή συνεχίζεται».
Γυρίσαμε εν μία νυκτί όλη την πόλη, ερωτεύτηκα το πνεύμα της, άγγιξα το τείχος και το θαύμα του, γλίτωσα τον ξυλοδαρμό από ένα μεθυσμένο επαίτη στο μετρό, χαμογέλασα στους πότες που έκαναν Silvester αγκαλιασμένοι με την μπύρα στο χέρι και κατέληξα με το σόι να ανταλλάσσω ευχές στην Unter Der Linden, χαζεύοντας τα πυροτεχνήματα στην Πύλη του Βραδεμβούργου. «Δεν είναι ειρωνία;», ακούστηκε κάποια στιγμή η Τζιοβάννα από δίπλα μου, «Εμείς γιορτάζουμε κι οι άνθρωποι στην άλλη άκρη της γης θρηνούν».
«Είναι», της είπα, με μια δόση υπερβάλλουσας ματαιδοξίας και κρατώντας τα χείλη μου σε στάση αμηχανίας. «Αλλά αυτά έχει η ζωή. Σήμερα κλαις, αύριο έχεις την ανάγκη να γελάσεις, μεθαύριο δε θα θυμάται κανείς πια τίποτα».
Αγκαλιαστήκαμε κι επιστρέψαμε στο αμάξι χορεύοντας. Ήταν ό,τι έπρεπε για την παγωνιά του ξημερώματος.
Εκείνη τη νύχτα το Βερολίνο μου άνοιξε τα μάτια.

Post soundtrack: U2-“New Year’s Day”
[“I…i will begin again
Oh… Maybe the time is right Oh…maybe tonight…”]
ΥΓ: Για τους ομιλούντες τη γερμανική, ανακάλυψα ένα blog για τους «φίλους» της εφημερίδας «Bild», που «ξεσκεπάζει» τα καλύτερα άρθρα της ημέρας.