Filed under: Uncategorized
Όταν ήμουν νήπιο, πίστευα πως όταν πεθαίνουμε, έρχεται ένα ασθενοφόρο και μας ανασταίνει. Πίστευα πως, αφού το είχε πετύχει ο Χριστός, έτσι γινόταν με όλους. Σήμερα ευχήθηκα να υπήρχε ένα τέτοιο ασθενοφόρο, όταν βρήκα τη χελώνα μας νεκρή κι αβοήθητη, ματωμένη.
Είχε πρηστεί κι είχε σπάσει το καβούκι της σε μια νύχτα. Είχε πέσει σε χειμερία νάρκη απ’ τον Δεκέμβρη, περίπου, κι αρνούταν να ξυπνήσει. Το ίδιο έκανε και πέρσι, λίγο πριν το καλοκαίρι όμως ξύπνησε κι άρχισε να τρώει αφειδώλευτα μαρούλι και να πίνει νερό.
Μου την είχε φέρει ο Α. δώρο για τα γενέθλιά μου, πρόπερσι τον Μάη – οι χελώνες είναι τα αγαπημένα μου ζώα. Στις αρχές της άρεσε να σκαρφαλώνει όπου μπορούσε – στο πεζούλι του μπαλκονιού, στα πόδια μας, παντού. Σχεδόν πάντα, δεν τα κατάφερνε και αναποδογύριζε. Ύστερα έβαλε νου και το ‘ριξε στο φαΐ. Πού και πού κρυβόταν απλώς, πότε στο μπάνιο, πότε κάτω από το κρεβάτι μας, πότε στη χαραμάδα δίπλα στο πλυντήριο. Μια φορά κάναμε το σπίτι άνω κάτω για να τη βρούμε. Είχε κρυφτεί στη διάφανη σακούλα της ανακύκλωσης.
Πέρσι το καλοκαίρι της φέραμε για λίγο και μια άλλη χελώνα, θηλυκή. Τη Φρίντα. Ήταν κλεισμένη για χρόνια σε μια γυάλα κι όταν μας την έδωσαν, ήταν λασπωμένη και φοβισμένη πολύ. Ο Αλβάρο στην αρχή αδιαφορούσε και συνέχισε να τρώει. Έπειτα χώρισαν και πήραν ο καθένας από μια γωνιά του σαλονιού. Ύστερα η Φρίντα πήγε και κάθισε στον τόπο του κι όταν την είδε ο Αλβάρο, έβγαλαν τα κεφάλια τους κι έκαναν κάτι περίεργα τρέμουλα που έμοιαζαν με τηλεπαθητική επικοινωνία.
Η Φρίντα βρήκε θαλπωρή στο σπίτι κάποιων καλών φίλων, που έχουν μεγάλο κήπο. Ύστερα έπεσε κι εκείνη σε νάρκη, όπως ο Αλβάρο. Αυτός όμως, δεν ήταν γραφτό να ξυπνήσει φέτος. Τον θάψαμε το πρωί στον κήπο. Ήταν η πιο όμορφη και πιο φιλική χελώνα του κόσμου. Την αγαπήσαμε πολύ.
Filed under: Uncategorized
Έμαθα προχθές από την εφημερίδα ότι πέθανε, στα 100 του, ο Τζορτζ, ο μεγάλος αδερφός της κυρίας Μι. Το είδα πολύ αργά – δέκα λεπτά αφότου άρχιζε η κηδεία, και δεν προλάβαινα να πάω, κι έτσι εκπληρώθηκε ο φόβος που είχα πως θα ξαναδώ την κυρία Μι -μια ηλικιωμένη οικογενειακή φίλη που αμελώ εδώ και μήνες να επισκεφθώ- όταν πεθάνει ο υπερήλικας αδερφός της.
Ο Τζορτζ υπήρξε μεγάλη μορφή. Είχε φύγει σε νεαρή ηλικία απ’ το νησί και πλαστογράφησε τα χαρτιά του για να πάει Αμερική. Πολέμησε στη Νορμανδία με τον αμερικανικό στρατό και έτσι του δόθηκε η υπηκοότητα. Έζησε στην Αστόρια το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του – διάστημα αρκετό ώστε, όταν επέστρεψε στο νησί, άτεκνος και ανύπαντρος, σε προχωρημένο γήρας για να τον φροντίσει η αδερφή του, να μιλά μικτά ελληνικά και αγγλικά. Δυστυχώς, όταν τον γνώρισα, δεν είχε τη διαύγεια να μου διηγηθεί αυτές τις ιστορίες.
Το βράδυ της κηδείας επισκέφθηκα την κυρία Μι για να τη συλλυπηθώ. Ήταν αρκετά καλά – έβλεπε τη λειτουργία στο Μέγκα και μου φάνηκε πως ήταν συμβιβασμένη από καιρό με τον ενδεχόμενο θάνατο του ηλικιωμένου αδερφού της. Τη ρώτησα πώς έγινε. Μου είπε πως τις τελευταίες μέρες είχαν πρηστεί τα πόδια κι η κοιλιά του, σαν ασκί που το φουσκώνεις.
“Ξέρεις, θυμήθηκα τη μάνα μου”, είπε. “Έλεγε πάντα ‘αρχή βροχής ο άνεμος κι αρχή θανάτου πρήσμα’. Τώρα κατάλαβα τι εννοούσε”, είπε, κι εγώ σημείωσα το γνωμικό να το θυμάμαι.
Filed under: Uncategorized
Άκουσα ότι πέθανε ο πατέρας του Τάσου Ισαάκ. Θυμήθηκα τη μάνα μου. Ήμασταν στο δωμάτιό της, σιδέρωνε με την τηλεόραση ανοιχτή. Όταν τα επεισόδια φούντωσαν κι ακούστηκε ότι υπάρχει νεκρός, άφησε το σίδερο όρθιο στη σιδερώστρα. Κόλλησε το βλέμμα της στην τηλεόραση, «Χριστέ μου», κάτι σαν κλάματα εκείνη, κάτι σαν παγωμάρα εμείς, έντεκα-δώδεκα χρονών παιδιά, χωρίς ιδέα τότε τι είναι η Κύπρος, η πατρίδα της.
[Ύστερα χάζευα τις φωτογραφίες και θυμήθηκα ότι την κόρη του, αγέννητη τότε, τη βάφτισε ο Θεόδωρος Πάγκαλος. Fail]
Filed under: Uncategorized
Είχε έναν ήλιο απρόσμενα ζεστό, πρώτες μέρες του Μάρτη, απ’ αυτούς που σε κάνουν να ανακουφίζεσαι πως επιτέλους έφτασε η άνοιξη. Γυαλιά δεν μπορούσα να φορέσω, γιατί με ενοχλούσαν μες στο κράνος, νόμιζα θα έσπαγαν στα μηνίγγια μου [σ' αυτό το σημείο μού ήρθαν στιγμιαία στο νου στιγμές από ένα πιθανό τροχαίο και συγγενείς να λένε με πίκρα "αν δε φορούσε τα γυαλιά..."]. (περισσότερα…)
Δεν με σόκαρε η δολοφονική επίθεση των Ισραηλινών απέναντι στους ακτιβιστές. Αντίθετα, παρακολουθώντας την πορεία των αποστολών τους, την περίμενα προ πολλού. Ούτε το ότι οι Iσραηλινοί επενέβησαν σε διεθνή ύδατα-κι αυτό το κάνουν κατ’ εξακολούθηση. Η είδηση ποια είναι; Ότι οι Ισραηλινοί είναι κακοί, αδίστακτοι και ανεξέλεγκτοι; Η είδηση είναι οι 19 νεκροί. Που είχαν τη γενναιότητα ή τον ρομαντισμό ή την τρέλα να μπουν σ’ αυτό το καράβι γνωρίζοντας -;- τον κίνδυνο, κι έπεσαν τελικά νεκροί στο όνομα της Λωρίδας της Γάζας. (περισσότερα…)
Υπάρχουν συνδικαλιστές και συνδικαλιστές. Αυτοί του δημοσίου, τουλάχιστον, είναι σαφείς….
Στην ελληνική ΑΔΕΔΥ (Άνωτατη Διοικητική Ένωση Δημοσίων Υπαλλήλων), για παράδειγμα, αν λάβουμε ως ενδεικτική την ιστοσελίδα τους, δηλώνουν πως δεν έχουν στόχους ούτε όμως και προτάσεις για τη δημόσια διοίκηση.

Στην αντίστοιχη κυπριακή ΠΑΣΥΔΥ τουλάχιστον οι στόχοι είναι ξεκάθαροι: Real Estate…

original post: urbanledras
Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.
Η θεία Ειρήνη θα επιστρέψει στην Αθήνα με ένα λεπτό, ασπρόμαυρο βιβλίο στις αποσκευές τις: “Λευκωσία, η νεκρή ζώνη” του Jacques Lacarrière. Της το δώρισα εγώ, “ενθύμιο από ένα γελαστό μεσημέρι στη Λήδρας”, όπου μας έκανε το τραπέζι, σε μένα και στην ανιψιά της και φίλη μου Κ., με την οποία μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος και περίεργη ματιά για την παλιά Λευκωσία.
“Δεν σκέφτομαι εδώ μόνο τη Νεκρή Ζώνη της Λευκωσίας, σκέφτομαι και τα ερείπια της Καμπούλ, του Γκρόζνυ ή του Σεράγεβο, τα ερείπια της Τζενίν και της Γάζας, όπως, βεβαίως, και τα ερείπια της Χιροσίμα. Μιλάω για τα ερείπια που ο κόσμος μας σωρεύει γύρω μας, για τα ερείπια του σήμερα και -αναπόφευκτα- τα ερείπια του αύριο, όσα οι κάθε είδους εθνικισμοί μας ετοιμάζουν στο όνομα του κόσμου. (…) Το ότι υπάρχουν σήμερα ερείπια στην καρδιά μιας σύγχρονης και γεμάτης ζωής πόλης, το ότι νεκρώνουν οι μέρες και το μέλλον της, είναι ανεκτό;“, αναρωτιέται ο συγγραφέας.
Κι εγώ διερωτώμαι πόσο πολύ μπορούμε να μισούμε αυτή την πόλη για να επιμένουμε να την θέλουμε μισή, τριχοτομημένη, δύο κόσμοι και μια νεκρή ζώνη ασφαλείας να μας χωρίζει.
Ξέρεις τὰ σπίτια πεισματώνουν εὔκολα, σὰν τὰ γυμνώσεις.
Γ. Σεφέρης, Κίχλη

Μεσανατολίτικη πρωτεύουσα ή ευρωπαϊκή πόλη, η Λευκωσία μού επιφυλάσσει πάντα περισσότερες αρχιτεκτονικές εκπλήξεις απ’ όσες μπορώ να φανταστώ. (περισσότερα…)

Ντυμένος στα λευκά του (η θερινή στολή), ο αστυνομικός που στεκόταν απέναντι, στην όχθη ακριβώς του Νείλου, δεν έμοιαζε πρόθυμος να ρυθμίσει λιγάκι την ξέφρενη κυκλοφορία στη λεωφόρο Corniche El Nil. Είχαμε ακούσει πολλά για τους Αιγύπτιους οδηγούς, αλλά αυτό που ζούσαμε τις τελευταίες μέρες στην πρωτεύουσα ξεπερνούσε κατά πολύ τη φαντασία μας: Αυτοκίνητα να τρέχουν δαιμονιωδώς, στριμωγμένα σε περισσότερες λωρίδες απ’ όσες ορίζει η σήμανση, χωρίς καμία υπακοή στον ΚΟΚ, με τα φωτά σβηστά τις νύχτες (!) και με το χέρι να μην ξεκολλάει από την κόρνα όλο το 24ωρο (μετρήσαμε μέγιστη σιωπή 10”!). “Είναι μια πόλη 20 εκατομμυρίων”, μας είπε ο ξεναγός μας, ο Χελλίντ, “ακόμη κι αν κάποια ώρα όλοι κοιμούνται, πάντα θα υπάρχει 1 εκατομμύριο να κυκλοφορεί στους δρόμους”. Δεν είχε κι άδικο.

Πίσω στην Corniche El Nil, εκεί όπου βρισκόταν το ιστορικό ξενοδοχείο που μας φιλοξένησε στο Κάιρο, χαζεύαμε από το παράθυρο στο Νείλο τον αστυνομικό που συνόδευε μια μαντηλοφόρα κυρία στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Μόνη του πληρωμή, ένα συγκεκαλυμμένο της χαμόγελο. Πέντε λεπτά αργότερα, η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε για έναν ξανθό τουρίστα. Μόλις τον πέρασε απέναντι, ο αστυνομικός, με το ίδιο δελεαστικό χαμόγελο τύπου “είδες; εγώ σε ξελάσπωσα” ζήτησε μπαξίσι. “Τίποτα στην Αίγυπτο δεν είναι δωρεάν”, συλλογιζόμασταν γελαστοί, ρουφώντας τσάι με μέντα, σε ένα δώμα που θύμιζε πλούτη παλιού χαρεμιού.

Και πράγματι: Τέσσερις μέρες στην Αίγυπτο και η πιο ευγενική επαιτεία που μας ζητήθηκε ήταν ενός παιδιού που μας ακολούθησε σχεδόν επί χλμ ζητώντας επιτακτικά χρήματα, μέχρι να του πει κάποιος μεγάλος στην πλατεία Ταχρίρ “τσ, τσ, ντροπή”. Οι λιγότερο ευγενικοί στις πυραμίδες, μας πλεύριζαν πρώτα για Ιταλούς ή Ισπανούς, δήθεν να μας χαρίσουν καρτ ποστάλ και μετά, δίχως να ξεκολλούν, ζητούσαν μπαξίσι σε ευρώ.

Όμορφη πόλη το Κάιρο. Από κείνες τις μεγαλουπόλεις που πρέπει να πας και που αν πας και αγαπάς την Ανατολή, θέλεις να επιστρέψεις. Ένα μίγμα μακραίωνης ιστορίας, Ισλάμ και φτηνού τουριστικού προϊόντος, που η οξυθυμία των ντόπιων του χαρίζει μια φρεσκάδα που σε κρατά σε εγρήγορση.

Οι πυραμίδες, μνημείο της ανθρωπότητας. Να είσαι εκεί και να μην το πιστεύεις. Χτισμένες πια στις παρυφές της πόλης μα και στο πουθενά-να βλέπεις από τη μια πλευρά τον γκρίζο αχό του Καΐρου κι από την άλλη το απόλυτο τίποτα-έρημος, κίτρινη άμμος και καμήλες! Τα τζαμιά της ισλαμικής πόλης, οι σημαντικές εκκλησίες των Χριστιανών, οι κρυμμένες πίσω από τείχη νεκροπόλεις, τα παζάρια και το Αλ Χαλίλι.

Όπως και οι Έλληνες, οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι έχουν ένα λαμπρό παρελθόν και τίποτα σύγχρονο που να το θυμίζει εκτός από τις αφηγήσεις τους. Τις πρώτες μέρες νιώθεις λιγάκι χαζός τουρίστας, καθώς ξεναγοί, ταξιτζήδες και βήματα σε οδηγούν μηχανικά στους ακριβούς πωλήτες που δεν σε παίρνει και πολύ να κάνεις παζάρι. Μα αν πιάσεις λιγάκι τον ρυθμό της πόλης, προσανατολιστείς και βρεις το θάρρος να χωθείς μες στους ντόπιους, βγαίνεις στα στενά της Downtown, με τα καλά καταστήματα και τα ιστορικά καφέ, όπως το Riche, όπου ήπιαμε τούρκικο καφέ πλάι στα πορτρέτα των λογοτεχνών που σύχναζαν κάποτε σ’ αυτή τη γωνιά της πλατείας Ταλάτ.
Κι ο Νείλος φυσικά. Αχ αυτός ο Νείλος. Κάποτε όριζε τον προσανατολισμό της Αιγύπτου με τη φορά του κι απ’ τα νερά του μεταφέρονταν οι μούμιες των βασιλέων στους τάφους τους. Σήμερα κόβει τη μεγαλούπολη με τους ουρανοξύστες στα δύο, και χαρίζει μια όψη πρασίνου μες στην ξέρα της Σαχάρα που σε μαγεύει. Στις όχθες του καθίσαμε κάποιο βράδυ οι δυο μας και ήπιαμε από έναν υπαίθριο πωλητή τσάι αχνιστό και ρεβυθοχυμό. Νύχτα, μαζί με τους ντόπιους, που μόλις είχαν πάρει το πρωινό τους για το Ραμαζάνι.
Η μόνη υπόσχεση που δώσαμε φεύγοντας, ήταν ότι θα επιστρέψουμε.


