ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
……………………………………………………..
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ
(περισσότερα…)
Μύδια με λευκό κρασί και περίφημες βέλγικες τηγανητές πατάτες στην Grand Place. Στο πατάρι ενός παλιού, ξύλινου μπαρ-εστιατορίου, που χάρηκα πολύ που το βρήκα, έπειτα από αρκετή αναζήτηση ανάμεσα σε τουριστικά εστιατόρια και ελληνικά γυράδικα με ονομασίες που παραπέμπουν σε summer in Greece (“Athens”, “Plaka”, “Mykonos”, “Santorini”, “Apollonia”). Κρύο αρκετό και υγρασία που διαπερνά τα ρούχα και τη νιώθεις να πασχίζει να σου τρυπήσει το δέρμα.
Δίπλα μου η πλατεία, με τα χρυσοκέντητα κτήριά της, δείγματα ενός παρελθόντος πλούτου που, προφανώς περίσσευε τόσο, ώστε να επικολληθεί στα τούβλα (ίσως, κατ’ αναλογία, να είναι και δείγμα ότι η πόλη δεν πέρασε τόσα πολεμικά δεινά όσα οι αντίστοιχες ελληνικές, ώστε να εξαναγκάσει τους κατοίκους της σε κοινωνική και πολεοδομική εξαθλίωση, όπως πχ συνέβη στην Αθήνα).
Απ’ την άλλη, ζηλεύω τη διαύγεια και την ευμάρεια των ανθρώπων που μπόρεσαν και διατήρησαν τόπους όπως αυτός που τρώω, όπου η παραδοσιακή, ζεστή, ξύλινη διακόσμηση δεν αφέθηκε να ξεριζωθεί απ’ το μοντέρνο, ακόμη και τώρα που τα δοκάρια πάνω απ’ το κεφάλι των θαμώνων σαπίζουν.
Κατά τα άλλα, λατρεύω τον ήχο των πιρουνιών και ποτηριών που αλληλαγγίζονται και τη γλυκιά προσμονή των γκαρσονιών μόλις ανοίξει τις πόρτες του το μαγαζί.
[Ταξιδιωτικές σημειώσεις από την τέταρτη επίσκεψη στις Βρυξέλλες].
“It is hardly a matter of surprise that few, if any, good descriptions of Santorin have been written; the reality is so astonishing that prose and poetry, however winged, will forever be forced to limp behind.”
Lawrence Durrell, The Greek Islands (1978)

Μαρίδα στης κυρά – Κατίνας. Αμμούδι, Σαντορίνη. Ο ψαράς αντιδρά στα παζάρια σάμπως να του έθιξαν την τιμή (του). Σηκώνεται γρήγορα, κόβει τον δρόμο της Κατίνας και την ρωτά έντονα ποιος ψαράς τής πούλησε πιο φτηνά τα ίδια ψάρια. “Μην τα λες αυτά!”, της λέει μετά, σε έντονο ύφος, αλλά σαφώς ικανοποιημένος που βγήκε το μεροκάματο. Άντρας γεμάτος, ηλιοκαμένος, με γένια πολλών ημερών, χρυσή καδένα και τραγιάσκα’ τυπικός ψαράς.
Δίπλα του η Κατίνα: (περισσότερα…)

Σου χρωστάω ένα κείμενο για το Ιράκ. Είπα να το γράψω, κι έγινε το δυστύχημα. Μετά είπα να περάσουν οι μέρες, κι αν είμαι καλά και είμαστε καλά, να το γράψω κι αυτό, όχι τίποτα άλλο, αλλά το υποσχέθηκα (κι οι υποσχέσεις είναι καλό να τηρούνται, έλεγε η κυρία Νίτσα, κάποτε στη Λεμεσό). (περισσότερα…)
Θα λείψω για μια και μόνο και μόνο μέρα στο Ιράκ, στο βόρειο Ιράκ, στην πόλη Ερμπίλ (δεν αστειεύομαι). Αρχαία πόλη, περιστοιχισμένη από κάστρα, πρωτεύουσα του κουρδικού Ιράκ, υπόσχομαι, άμα γυρίσω ασφαλής, να ποστάρω εικόνες κι εντυπώσεις!

Λευκωσία-Μιλάνο-Πάρμα-Αθήνα σε 2 μέρες. Ταξί, αεροπλάνα, shuttle bus, το ελβετικό Λουγκάνο είναι πιο κοντά στο Μιλάνο απ’ ότι η Πάρμα κι η διαδρομή ανάμεσα στις δύο ιταλικές πόλεις, με τον αέρα να δέρνει το παρμπρίζ, το ελαφρύ χιόνι να ταλαιπωρεί τους υαλοκαθαριστήρες και το βιομηχανικό, επίπεδο τοπίο να χάνεται στον λευκό ορίζοντα, θυμίζει έντονα τα πρώτα χιλιόμετρα της εθνικής μετά τη Θεσσαλονίκη, προς δυσμάς. “Σημασία έχει το ταξίδι”, επαναλάμβανα, σαν προσευχή, μέσα μου, σκεφτόμενη την ταλαιπωρία της επιστροφής, που θα ξεκινούσα μεσημέρι από την Ιταλία και θα έμπαινα σπίτι μου το άλλο πρωί, ένεκα κακής ανταπόκρισης πτήσεων και της επιθυμίας μου να δω βιαστικά τους αγαπημένους συγγενείς στην Αθήνα. (περισσότερα…)
Κρατιόμουνα πολλές μέρες για να μην γράψω αυτό το εγωκεντρικό κείμενο (αφού το τελευταίο πράμα που χρειάζεται να γραφτεί σε μια τέτοια κρίση είναι οι ταξιδιωτικές αναμνήσεις από τον τόπο όπου λαμβάνει χώρα), αλλά οι αναφορές για ζημιές στο Αιγυπτιακό Μουσείο έφεραν ένα μάτσο λέξεις στα δάχτυλά μου. (περισσότερα…)
Βιαστικά νέα για όσους ανησυχούν για τη σιωπή μου: Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα. Βράδυ προπαραμονής στην Αθήνα, η Ολυμπιακή είχε καθυστέρηση, πήγα κι ήρθα τρεις φορές αεροδρόμιο-Παγκράτι-οι Αθηναίοι οδηγούν σαν δαιμονισμένοι, όμως και πάλι καλύτερα απ’ ότι στο Κάιρο. Το βράδυ στο Πικέρμι, η ξαδέρφη αφιερώνει Leonard Cohen, κι εγώ παλεύω την κούραση με μπύρα και χουρμάδες.
Το άλλο πρωί, Θεσσαλονίκη. Απ’ το αεροδρόμιο αγόρασα μια Ελευθεροτυπία κι έναν Καββαδία – το «Πούσι». Ο μπαμπάς θα μου εξηγήσει πως σημαίνει ομίχλη. Παρότι καπετάνιος, πίστευα πως δεν του άρεσε. Έκανα λάθος. Πήρε το βιβλίο στα χέρια του, τραγούδησε κάποιους στίχους κι έπιασε να μου εξηγεί τις άγνωστες λέξεις. Το «γραδάρω» (μετράω την οξύτητα του πόσιμου νερού), το «καλάρω» (γεμίζω), το «fore peak» (τάνκι νερού στην πλώρη) και άλλα. Σκεφτόμουν πως αυτός ο άνθρωπος είναι ένας θησαυρός που έχω αφήσει ανεκμετάλλευτο και τον έβαλα να μου εξηγεί πώς έγινε το ναυτικό δυστύχημα στις Βερμούδες. «Η θάλασσα», μου λέει, «δεν σηκώνει μαγκιές. Πρέπει να τη σέβεσαι». Η μεγαλύτερη αλήθεια που έμαθα απ’ τον πατέρα μου.
Έπειτα βόλτες στην πόλη. Περίχωρα ανατολικά και δυτικά, ακόμα να πιάσω το κέντρο. Αρκετό φαΐ, περισσότερο κρασί, συγγενείς, κρίση. Παντού και πάντα. Όταν τα ακούω από μακριά, μπορώ να τα φιλτράρω. Από κοντά, η πραγματικότητα και εγγύτητα της ανεργίας και τα μαγαζιά που κλείνουν μού μαυρίζουν την ψυχή σε βαθμό που δεν θέλω να ξαναπατήσω στην πόλη για αρκετό καιρό ακόμα. Έχει κι ένα μουντό καιρό από κείνον που μου θύμιζε πάντα γιατί ήθελα να αφήσω την Σαλονίκη. Ένα πούσι, που θα ‘λεγε κι ο ποιητής. Λίγες μέρες ακόμη. Και πίσω στη Μέση Ανατολή μου, τι;
ΥΓ: Α.Σ.
Πολύ μ’ αρέσουν αυτά τα αφηρημένα καλλιτεχνικά… Τι θα γίνει με εκείνο τον πίνακα που μου ‘ταξες για το σαλόνι μας;
Τι δώρο να πάρω στον μπέμπη; Στη μαμά, για τη γιορτή της, σκέφτομαι κάτι σε ρούχο, θα το φορέσει; Θα βρούμε ανοιχτό καλό βιβλιοπωλείο/ή τη Γιούνισεφ, για να πάρουμε σχολική τσάντα στη μικρή;
Ουφ, σχώρα με αδερφάκι μου, αυτές οι Κυκλάδες νομίζω σε κάνουν άλλο άνθρωπο, ανοιχτό, ηλιοκαμένο, ευδιάθετο και τεμπέλη, πού να χωρέσει ξανά ο νους πίσω σ’ ένα γραφείο;







