«Πήγα παντού, γύρισα τον κόσμο/Με το νου και με τα πόδια/Δύση και Ανατολή/Πέρασα τη θολή γραμμή/Έφτασα ως της γης την άκρη/Μα απάντηση δε μου δώσαν»(Ορφέας Περίδης)

Η σιωπή πολλών ημερών δεν οφείλεται στο ότι ξέμεινα στη χώρα και δεν γύρισα, αλλά στην εργασιοθεραπεία που ακολούθησα άμα τη επιστροφή μου στη μεγαλόνησο. Διότι αρρώστησα στη Συρία. Μια γαστρεντερίτιδα αα που με βρήκε σε ένα υγρό και σκοτεινό μοτέλ στα βουνά, στ’ ανάθεμα, που χρειάστηκε γιατρός, δύο ενέσεις και ένα τριήμερο ρυζοφαγίας για να συνέλθω. (περισσότερα…)

Το blog θα απουσιάσει για μια βδομάδα στη Συρία (Mediterra route), με την υπόσχεση να ποστάρει φωτογραφίες και εντυπώσεις στην επιστροφή.
Να υγιαίνετε.
ΥΓ: Σ.θ.σ.σ.κ.α.ο.
Next stop: Συρία, για το Φεστιβάλ του δρόμου του μεταξιού. Η φίλη Ε., από τη Χίο, “ζηλεύει”. “Μονάχα μη με ματιάξεις”, της λέω. Κι ακολουθεί ο γόνιμος διάλογος:
(περισσότερα…)

Ντυμένος στα λευκά του (η θερινή στολή), ο αστυνομικός που στεκόταν απέναντι, στην όχθη ακριβώς του Νείλου, δεν έμοιαζε πρόθυμος να ρυθμίσει λιγάκι την ξέφρενη κυκλοφορία στη λεωφόρο Corniche El Nil. Είχαμε ακούσει πολλά για τους Αιγύπτιους οδηγούς, αλλά αυτό που ζούσαμε τις τελευταίες μέρες στην πρωτεύουσα ξεπερνούσε κατά πολύ τη φαντασία μας: Αυτοκίνητα να τρέχουν δαιμονιωδώς, στριμωγμένα σε περισσότερες λωρίδες απ’ όσες ορίζει η σήμανση, χωρίς καμία υπακοή στον ΚΟΚ, με τα φωτά σβηστά τις νύχτες (!) και με το χέρι να μην ξεκολλάει από την κόρνα όλο το 24ωρο (μετρήσαμε μέγιστη σιωπή 10”!). “Είναι μια πόλη 20 εκατομμυρίων”, μας είπε ο ξεναγός μας, ο Χελλίντ, “ακόμη κι αν κάποια ώρα όλοι κοιμούνται, πάντα θα υπάρχει 1 εκατομμύριο να κυκλοφορεί στους δρόμους”. Δεν είχε κι άδικο.

Πίσω στην Corniche El Nil, εκεί όπου βρισκόταν το ιστορικό ξενοδοχείο που μας φιλοξένησε στο Κάιρο, χαζεύαμε από το παράθυρο στο Νείλο τον αστυνομικό που συνόδευε μια μαντηλοφόρα κυρία στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Μόνη του πληρωμή, ένα συγκεκαλυμμένο της χαμόγελο. Πέντε λεπτά αργότερα, η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε για έναν ξανθό τουρίστα. Μόλις τον πέρασε απέναντι, ο αστυνομικός, με το ίδιο δελεαστικό χαμόγελο τύπου “είδες; εγώ σε ξελάσπωσα” ζήτησε μπαξίσι. “Τίποτα στην Αίγυπτο δεν είναι δωρεάν”, συλλογιζόμασταν γελαστοί, ρουφώντας τσάι με μέντα, σε ένα δώμα που θύμιζε πλούτη παλιού χαρεμιού.

Και πράγματι: Τέσσερις μέρες στην Αίγυπτο και η πιο ευγενική επαιτεία που μας ζητήθηκε ήταν ενός παιδιού που μας ακολούθησε σχεδόν επί χλμ ζητώντας επιτακτικά χρήματα, μέχρι να του πει κάποιος μεγάλος στην πλατεία Ταχρίρ “τσ, τσ, ντροπή”. Οι λιγότερο ευγενικοί στις πυραμίδες, μας πλεύριζαν πρώτα για Ιταλούς ή Ισπανούς, δήθεν να μας χαρίσουν καρτ ποστάλ και μετά, δίχως να ξεκολλούν, ζητούσαν μπαξίσι σε ευρώ.

Όμορφη πόλη το Κάιρο. Από κείνες τις μεγαλουπόλεις που πρέπει να πας και που αν πας και αγαπάς την Ανατολή, θέλεις να επιστρέψεις. Ένα μίγμα μακραίωνης ιστορίας, Ισλάμ και φτηνού τουριστικού προϊόντος, που η οξυθυμία των ντόπιων του χαρίζει μια φρεσκάδα που σε κρατά σε εγρήγορση.

Οι πυραμίδες, μνημείο της ανθρωπότητας. Να είσαι εκεί και να μην το πιστεύεις. Χτισμένες πια στις παρυφές της πόλης μα και στο πουθενά-να βλέπεις από τη μια πλευρά τον γκρίζο αχό του Καΐρου κι από την άλλη το απόλυτο τίποτα-έρημος, κίτρινη άμμος και καμήλες! Τα τζαμιά της ισλαμικής πόλης, οι σημαντικές εκκλησίες των Χριστιανών, οι κρυμμένες πίσω από τείχη νεκροπόλεις, τα παζάρια και το Αλ Χαλίλι.

Όπως και οι Έλληνες, οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι έχουν ένα λαμπρό παρελθόν και τίποτα σύγχρονο που να το θυμίζει εκτός από τις αφηγήσεις τους. Τις πρώτες μέρες νιώθεις λιγάκι χαζός τουρίστας, καθώς ξεναγοί, ταξιτζήδες και βήματα σε οδηγούν μηχανικά στους ακριβούς πωλήτες που δεν σε παίρνει και πολύ να κάνεις παζάρι. Μα αν πιάσεις λιγάκι τον ρυθμό της πόλης, προσανατολιστείς και βρεις το θάρρος να χωθείς μες στους ντόπιους, βγαίνεις στα στενά της Downtown, με τα καλά καταστήματα και τα ιστορικά καφέ, όπως το Riche, όπου ήπιαμε τούρκικο καφέ πλάι στα πορτρέτα των λογοτεχνών που σύχναζαν κάποτε σ’ αυτή τη γωνιά της πλατείας Ταλάτ.
Κι ο Νείλος φυσικά. Αχ αυτός ο Νείλος. Κάποτε όριζε τον προσανατολισμό της Αιγύπτου με τη φορά του κι απ’ τα νερά του μεταφέρονταν οι μούμιες των βασιλέων στους τάφους τους. Σήμερα κόβει τη μεγαλούπολη με τους ουρανοξύστες στα δύο, και χαρίζει μια όψη πρασίνου μες στην ξέρα της Σαχάρα που σε μαγεύει. Στις όχθες του καθίσαμε κάποιο βράδυ οι δυο μας και ήπιαμε από έναν υπαίθριο πωλητή τσάι αχνιστό και ρεβυθοχυμό. Νύχτα, μαζί με τους ντόπιους, που μόλις είχαν πάρει το πρωινό τους για το Ραμαζάνι.
Η μόνη υπόσχεση που δώσαμε φεύγοντας, ήταν ότι θα επιστρέψουμε.


Η Λίζα, ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο της Γάνδης, κάνει μια έρευνα για τις μνήμες της διχοτόμησης και της προσφυγιάς. Τι επιλέγει να κρατά η κάθε πλευρά για τον τόπο που άφησε κι εκείνον που ζει. (περισσότερα…)

φωτό: Thomas Costi
Ο καφές με τη Ζιβανίκη (προσωνύμιο που αποδόθηκε στην αδερφική φίλη Νίκη μετά την πολύ επιτυχή δοκιμασία της στις ζιβανίες) στην παλιά πόλη είχε τελειώσει και μας έμενε λίγη ώρα ως την προγραμματισμένη μας επίσκεψη. “Έχεις ταυτότητα;”, τη ρωτώ. “Πάντα”. “Οκ, τότε πάμε μια βιαστική βόλτα στη βόρεια Λευκωσία να τη δεις, έχει μερικά σημαντικά μνημεία και μια εκκλησία ατέλειωτη για αιώνες, σαν την Sagrada Familia“.
Το οδόφραγμα ήταν δίπλα, περνάμε ελεύθερα, βιαστική ξενάγηση στη Λήδρας (“εδώ, Ζιβανίκη μου, μέχρι πέρσι ήταν νεκρή ζώνη, χόρτα, ανέβαινες στο φυλάκιο κι έβλεπες κλεφτά την άλλη πλευρά”) και, voila, κατεχόμενη Λευκωσία, η άλλη πλευρά.
Μοιάζει με την Κομοτηνή κι έχει πλατείες. Το Σεράι, η παλιά δημοτική αγορά, οι εκκλησίες που έγιναν τζαμιά, οι τουρκικές επιγραφές, αλλά κι αυτό το αίσθημα ότι και πάλι είσαι στην παλιά Λευκωσία, την εντός των τειχών, με τα όμορφα σπίτια από κίτρινη πέτρα και τα στενά καλντερίμια. Σε μισό λεπτό απ’ τη μια πλευρά στην άλλη, τόσο απλό. Και τόσο σύνθετο, ώστε να νιώθεις, δείχνοντας ταυτότητα, την ενοχή ότι βρίσκεσαι σε άλλο κράτος, άλλη σημαία, άλλοι “νόμοι”.
Το ‘νιωθα στο βλέμμα της, δεν πολυκατάλαβαινε τι έπρεπε να νιώσει, μίσος που τα χάσαμε και τα άλλαξαν ή έκπληξη που είναι όλα τόσο κοντά και λαχτάρα να τα ξαναενώσουμε;
Όταν επιστρέψαμε στο νότο δεν είχα άλλα λόγια για ξενάγηση. Μονάχα όταν επιστρέψει σπίτι να δει το “Goodbye Lenin” της είπα. Θα καταλάβει.
Ένας γαϊδαράκος κάνει βόλτες στο ταβάνι, ωραία εποχή γεννηθήκαμε, τα αυτιά της Έλλης είναι στολισμένα με σκουλαρίκια-κουβάδες και ποτιστήρια, χρόνια μετά, στην ενήλικη ζωή, η Τούλα Χέστηκα έγινε μεγαλοδικηγόρος σε νησιωτική ομορφούπολη, το κεφάλι μου πονάει ακόμα κάνοντας συντροφιά στα αυτιά μου-μην είναι η πτήση ή τα μοχίτος που φταίνε; Ες εμ ες “ψάξε να βρεις και να δεις το φεγγάρι!”, στο ραδιόφωνο το πρωί παίζει “the whole of the moon”, ιστορίες απ’ τα χρόνια της σχολής και κάτι καμένα πάρτι στο διαμέρισμα της Ναυαρίνου, Χανιά-Λάρισα-Χάγη-Θεσσαλονίκη-Λευκωσία, αναμνήσεις ναργιλέ απ’ τη Βηρυτό ξεχασμένες στην τσέπη μου, στο ταξί μ’ έπαιρνε διαρκώς ο ύπνος και στην τσάντα μου βρήκα ξεχασμένη μια ανακατώστρα Havana Club. Εδώ τα τσιγάρα έχουν προειδοποιήσεις σε μία γλώσσα, ο κόσμος μιλάει στεγνά χωρίς προφορά (και πια με ξενίζει), στους κυκλικούς κόμβους μπαίνεις από δεξιά κι αν είσαι έξω το Σαββατόβραδο μπορείς να βρεις τον κυριακάτικο Τύπο.
ΥΓ: Σ.Α.

Πρωινή έξοδος στη Λάρνακα, για ένα θέμα, τέσσερις μήνες μετά, το Dignity ανασαίνει ξανά, εγώ ονειρεύομαι mission impossible στη Γάζα κι ένας Ιρλανδός καπετάνιος μού προτείνει ναυτική απόβαση στην Αμμόχωστο. Στην επιστροφή ο ήλιος καίει, εγώ χάνω για λίγο τον δρόμο και βιάζομαι, όχι τόσο απ’ την πίεση του χρόνου όσο από την ηδονή της ημέρας, της ηλικίας, της δημιουργίας. Πατώ το γκάζι κι αφήνω το κινητό να επιλέξει μόνο του κι εκείνο, ως εκ θαύματος, επιλέγει σωστά!
Joy Division, μ’ αρέσει, τρέχω, ξεπερνώ το όριο, προσπερνώ, αφιερώνω τα χιλιόμετρα κι έρχεται απάντηση: “Και για μουσική, τι; Temple of love“? Μα τον Τουτάτη, ναι, ήρθε αμέσως μετά! Κι έπειτα κι άλλα γκάζια, όπως στο Gegen die Wand, προσπερνώ την νταλίκα και συναντώ απότομα την κίνηση στην είσοδο της πόλης. Πρώτη-δευτέρα-τρίτη-δευτέρα, τα φανάρια αναβοσβήνουν και στην κεντρική λεωφόρο ο Iggy καλεί “let’s ride and ride and ride”. Λίγο πριν φτάσω στον προορισμό, Cure, το κέντρο με υποδέχεται με κάψα και τα μεγάλα δέντρα στην πλατεία μοιάζουν να γελούν στη λόξα μου.
Όλα είναι δρόμος. Όβερ.

Κυκλοθυμικός καιρός, βόλτες με τ’ αμάξι ως την Κερύνεια, ξεναγήσεις, και για μουσική, ενθουσιώδεις μονόλογοι ενός χαρούμενου μωρού. Βιαστική σιέστα, στις εκκλησίες της Κύπρου τη μέρα της Σταύρωσης καλύπτουν τις εικόνες με μαύρα πανιά, διαβάζω σημειώσεις του Σεφέρη, πίνω ποτά δίπλα στην πράσινη γραμμή, χαζεύω την αθωότητά σου και -ξανα-βλέπω την πόλη μέσ’ απ’ τα μάτια ενός τετράχρονου παιδιού.
Καλή Ανάσταση.
Κυριακή στο γήπεδο. Όχι μπάλα, όχι. Τένις. Ν’ αναστήσουμε λιγάκι τη χαμένη (;) μας αριστοκρατία. Με ρωτάς αν έχω πάει στον ιππόδρομο. Όχι. Αλλά θα ήθελα. Θέλω να κάνω τα πάντα, αλλά δεν ξέρω αν θα προλάβω. Ε; Ναι. Θα προλάβω να κάνω τα πάντα και το επαναλαμβάνω-να τ’ ακούω να το πιστέψω. Στην κερκίδα μαθαίνω πως μου έκατσε μια δουλειά που περίμενα καιρό. Χαίρομαι, αλλά με αγχώνει. Όχι αν θα τα καταφέρω τόσο, όσο πώς θα διαμορφωθούν οι σχέσεις μου. Επαγγελματικές και προσωπικές. Θα προλάβω; Θα προλάβω. Μ’ αγκαλιάζεις. “Τώρα, δηλαδή, θα γίνουμε πλούσιοι;”. Ναι. “Ωραία!”. Θα κάνουμε ταξίδια. “Θα πάμε και στην Κένυα;”. Παντού. “Και στην Κένυα όμως;”. Παντού!