“It was one of those days when it’s a minute away from snowing and there’s this electricity in the air, you can almost hear it. And this bag was, like, dancing with me. Like a little kid begging me to play with it. For fifteen minutes. [...] Sometimes there’s so much beauty in the world I feel like I can’t take it, like my heart’s going to cave in” (Ricky Fitts)
Βλέπω όλη μέρα στην τηλεόραση και στο ίντερνετ τι γίνεται στην Ελλάδα και έχω πέσει σε μια σιωπή άλλο πράμα, ανησυχία, για τους δικούς μου εκεί, αλλά και για μας εδώ, μιας που ελληνική και κυπριακή οικονομία είναι αλληλένδετες…
Ξαφνικά μου τηλεφωνεί ο A. και μου λέει “έλα από το γραφείο μου να δεις κάτι…”. (περισσότερα…)
“Απόψε φεύγει κάποιο τρένο, για ένα τόπο ωραίο και ξένο
αλλά εσύ πρώτη φορά νιώθεις πως όλα εδώ συμβαίνουν
Χριστός γεννάται σε ένα μήνα, κι ότι εύχεσαι ξεκίνα
όλα θα ‘ναι πάντα μαύρα, μα θα κρύβουν μια φωτιά”
[Φοίβος Δεληβοριάς - "Χάλια"]
Ήθελα μέρες τώρα, βδομάδες μάλλον, να γράψω κάτι στο blog, για την ηλικιωμένη μάνα αγνοούμενου που συνάντησα τυχαία πάνω απ’ τον φρεσκοσκαμμένο τάφο του και κλάψαμε η μια στην αγκαλιά της άλλης χωρίς ίχνος εθνικιστικού μίσους, παρά απορία για το ανθρώπινο μένος απ’ όπου κι αν αυτό προέρχεται, μέχρι τα απανωτά γεγονότα ακραίας βίας την περασμένη βδομάδα, στην Αθήνα, που ενίσχυσαν την πεποίθησή μου πως αυτή η κρίση, πέρα από οικονομική, είναι και βαθιά κοινωνική.
Ήθελα, αλλά δεν έγραψα λέξη, παρά την έγνοια πάντα για φίλους που, όταν διαπιστώνουν τη μακρά απουσία γραφής, με ρωτάνε αν είμαι καλά.
Λοιπόν, είμαι καλά. Κι απόψε, με κάποιον μυστήρια όμορφο τρόπο, είμαι ακόμη καλύτερα. Διαπιστώνω πως, λόγω δουλειάς μάλλον, γνωρίζω συχνά καινούριους ανθρώπους, κάποιοι λίγοι από τους οποίους, μια φορά στο τόσο ας πούμε, είναι ενδιαφέροντες. Κι η δική τους αντίληψη ζωής, όταν την ξανασκέφτομαι βράδυ πια που η ένταση της δουλειάς έχει περάσει, με κάνει κι εμένα να γίνομαι καλύτερος άνθρωπος.
Λοιπόν, σας διαβεβαιώ πως υπάρχει πολύς κόσμος εκεί έξω που νιώθει την ανάγκη να προσφέρει και το κάνει με τον κάθε φανταστικό τρόπο που μπορεί να βάλει ο νους. Άνθρωποι που βοηθούν άλλους ανθρώπους χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα, ακόμα κι αν η εξωτερική τους εμφάνιση σε προϊδεάζει για κάτι τελείως ποταπό (η ψευδαίσθηση της εικόνας είναι κι αυτή ένας ακόμα λόγος να επιμένω να μην προσέχω πολύ τη δική μου εμφάνιση κι ας γίνομαι μεθαύριο 26 Μαΐων κιόλας). Κι είναι αυτοί οι άνθρωποι που μου θυμίζουν πάντα την τύχη και την ευτυχία μου, ακόμα κι όταν τα πάντα γύρω μου μοιάζουν να ‘ναι “χάλια“. Να υγιαίνετε.
Βιαστικά νέα για όσους ανησυχούν για τη σιωπή μου: Πρωτοχρονιά στην Ελλάδα. Βράδυ προπαραμονής στην Αθήνα, η Ολυμπιακή είχε καθυστέρηση, πήγα κι ήρθα τρεις φορές αεροδρόμιο-Παγκράτι-οι Αθηναίοι οδηγούν σαν δαιμονισμένοι, όμως και πάλι καλύτερα απ’ ότι στο Κάιρο. Το βράδυ στο Πικέρμι, η ξαδέρφη αφιερώνει Leonard Cohen, κι εγώ παλεύω την κούραση με μπύρα και χουρμάδες.
Το άλλο πρωί, Θεσσαλονίκη. Απ’ το αεροδρόμιο αγόρασα μια Ελευθεροτυπία κι έναν Καββαδία – το «Πούσι». Ο μπαμπάς θα μου εξηγήσει πως σημαίνει ομίχλη. Παρότι καπετάνιος, πίστευα πως δεν του άρεσε. Έκανα λάθος. Πήρε το βιβλίο στα χέρια του, τραγούδησε κάποιους στίχους κι έπιασε να μου εξηγεί τις άγνωστες λέξεις. Το «γραδάρω» (μετράω την οξύτητα του πόσιμου νερού), το «καλάρω» (γεμίζω), το «fore peak» (τάνκι νερού στην πλώρη) και άλλα. Σκεφτόμουν πως αυτός ο άνθρωπος είναι ένας θησαυρός που έχω αφήσει ανεκμετάλλευτο και τον έβαλα να μου εξηγεί πώς έγινε το ναυτικό δυστύχημα στις Βερμούδες. «Η θάλασσα», μου λέει, «δεν σηκώνει μαγκιές. Πρέπει να τη σέβεσαι». Η μεγαλύτερη αλήθεια που έμαθα απ’ τον πατέρα μου.
Έπειτα βόλτες στην πόλη. Περίχωρα ανατολικά και δυτικά, ακόμα να πιάσω το κέντρο. Αρκετό φαΐ, περισσότερο κρασί, συγγενείς, κρίση. Παντού και πάντα. Όταν τα ακούω από μακριά, μπορώ να τα φιλτράρω. Από κοντά, η πραγματικότητα και εγγύτητα της ανεργίας και τα μαγαζιά που κλείνουν μού μαυρίζουν την ψυχή σε βαθμό που δεν θέλω να ξαναπατήσω στην πόλη για αρκετό καιρό ακόμα. Έχει κι ένα μουντό καιρό από κείνον που μου θύμιζε πάντα γιατί ήθελα να αφήσω την Σαλονίκη. Ένα πούσι, που θα ‘λεγε κι ο ποιητής. Λίγες μέρες ακόμη. Και πίσω στη Μέση Ανατολή μου, τι;
ΥΓ: Α.Σ.
Η γιαγιά η Ttallou, 82, με την ζωή της να εξαρτάται πια σχεδόν αποκλειστικά από το μηχάνημα που τροφοδοτεί όλη μέρα τους σακατεμένους της πνεύμονες με οξυγόνο, βρίσκεται στα πρόθυρα του Αλτσχάιμερ. Στην αρχή έχει πλάκα, αλλά φοβάμαι πως μετά, όπως λέει και ο Α. ότι έγινε με τη γιαγιά του, θα είναι δύσκολο και θλιβερό.
Προς το παρόν, (περισσότερα…)
Υπάρχουν συνδικαλιστές και συνδικαλιστές. Αυτοί του δημοσίου, τουλάχιστον, είναι σαφείς….
Στην ελληνική ΑΔΕΔΥ (Άνωτατη Διοικητική Ένωση Δημοσίων Υπαλλήλων), για παράδειγμα, αν λάβουμε ως ενδεικτική την ιστοσελίδα τους, δηλώνουν πως δεν έχουν στόχους ούτε όμως και προτάσεις για τη δημόσια διοίκηση.

Στην αντίστοιχη κυπριακή ΠΑΣΥΔΥ τουλάχιστον οι στόχοι είναι ξεκάθαροι: Real Estate…

“Μη μου συγχύζεσαι. Έτσι θα είναι απο δω και στο εξής. Τα λαμόγια ξύπνησαν – μυρίστηκαν αίμα”, μου λέει η Mindstripper, ρωτώντας την για το χθεσινό όργιο της βενζίνης.
Ήθελα μέρες να γράψω κάτι για αυτά, αλλά δεν είχα τα λόγια, ούτε νομίζω την ψυχραιμία, να πω κάτι αξιόλογο. Για τους μισθωτούς που θα πληρώσουν τη νύφη, για τα λαμόγια που βρίσκουν τη χειρότερη ώρα να βγάλουν κέρδος ανεξέλεγκτα, για τη χρεοκοπία μας ως έθνος, που την ώρα που μας πιάνουν τον κώλο, εμάς μας νοιάζει μονάχα ποιος έπιασε τον κώλο της Τζούλιας.
Δεν της το είπα, αλλά η Μ. με τρόμαξε, με συνέφερε ίσως. Δηλαδή, έτσι θα είναι στο εξής; Χάος και αναρχία; Θα πληρώνουμε ενάμισι για να πάρουμε ένα; Θα μας χρεώνουν για να γλεντάνε πάλι όσοι μας έφτασαν ως εδώ; Δεν μπορεί να το αντέξει ο νους μου.
Πίσω στο νησί, σε μια ταράτσα, χθες, με πιάσαν ελαφρώς τα δάκρυα καθώς περιέγραφα στον Α. την αγωνία μου για την πατρίδα μου και τους ανθρώπους μου εκεί. Σ’ εκείνους δεν το είπα, αλλά κι εδώ ο αέρας μυρίζει περίεργα, ανασφάλεια και αγωνία επαγγελματική. Αλλά τι να τους πεις, όταν εκείνοι προσδοκούν από σένα να ακούσουν τα καλά νέα;
Ξανά στην Αθήνα, η εκ Κύπρου Αθηναία νεόκοπη φίλη πήγε σήμερα στο νοσοκομείο με το μηχανάκι της κυρίας Έλλης, αφού τα ΜΜΜ απεργούν. “Φορώ τα γάντια σου και οδηγώ στη μισή Λευκωσία, όπου ΜΜΜ δεν υπάρχουν, αλλά η βενζίνη είναι ακόμα ‘φτηνή’. Τα φιλιά μου στην Αθήνα, τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα“, της απαντώ.
Καλό κουράγιο.
post soundtrack: Nirvana – Rape me
Ήθελα καιρό να γράψω για αυτές τις Κυριακές, αλλά δεν είχα αφορμή. Τώρα που τη βρήκα, δεν φρόντισα να έχω εικόνα-από διακριτικότητα ίσως. Αλλά άκου. (περισσότερα…)
Έπεσα τυχαία πάνω σ΄αυτό το εξώφυλλο και σοκαρίστηκα. Μέτρα προστατικά ρήματα στα θέματά του-και προπάντων στο εξώφυλλο (bold)!
1. Διάλεξε
2. Δες
3. Ανακάλυψε
4. Διάβασε
5. Ανέβασε
6. Σήκωσε
7. Τσέκαρε
8. Ξύπνα
9. Ακολούθησε
10. Κάψε
11. Μέτρα
12. Βρες
13. Ρώτα
14. Κάνε
15. Φάε
16. Δώσε
17. Δείξε
18. Κοιμήσου
19. Τρέξε

Κι αν ακόμα υπάρχουν άτομα που τα γράφουν για να πουλήσουν γκλάμουρ, ποιοι μειωμένοι άνθρωποι μπορεί να πληρώνουν για να διαβάζουν και να ακολουθούν αυτές τις υποτιμητικές προσταγές;
Φυσικά, κάτι αντίστοιχο συμβαίνει στον Τύπο που απευθύνεται σε γυναίκες-ίσως μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό. Θα το δω και θα σου πω…
Διαβάζοντας αυτό (βλ. τέλος), διερωτήθηκα μήπως “πρέπει” να κάνω κι εγώ απολογισμό της δεκαετίας που πέρασε. Εδώ που τα λέμε, και τι να πρωτομετρήσω σ’ αυτά τα δέκα συναρπαστικά χρόνια;
Θυμάμαι όμως καλά πώς ήταν η ζωή 10 χρόνια πριν. Είχα γράψει γιορτινές ευχές στα τζάμια του δωματίου μου με κείνο το λευκό χριστουγεννιάτικο σπρέι που δεν καθαρίζει με τίποτα (κι έτσι κράτησα το “happy new year” μέχρι το Μάρτιο κι η φίλη Σαρδέλα από το απέναντι μπαλκόνι μ΄έκραζε). Με τους φίλους μαλώναμε αν ήταν ή όχι το 2000 το Millenium και με τα αγαπημένα μου ξαδέρφια κάναμε περιπαικτικά πανηγύρια στο σπίτι, όταν το πρωί της σκοτεινιασμένης, βροχερής παραμονής,ο ΑΝΤ1 (ναι, βλέπαμε ΑΝΤ1 ακόμα τότε) συνδέθηκε με ένα νησί της Ωκεανίας για να μεταδώσει την πρώτη αυγή του 2000. Στο ρεβεγιόν, δεν θυμάμαι πώς, είχαμε ξεμείνει με τους γονείς ως τις 11.30 και καταλήξαμε τα μεσάνυχτα να πληρώνουμε φέσι στη γιορτή ενός ξενοδοχείου. Αστικά γοητευτική παρακμή-έχω ακόμα το καπελάκι δώρο για ενθύμιο.

