Διαβάζοντας αυτό (βλ. τέλος), διερωτήθηκα μήπως “πρέπει” να κάνω κι εγώ απολογισμό της δεκαετίας που πέρασε. Εδώ που τα λέμε, και τι να πρωτομετρήσω σ’ αυτά τα δέκα συναρπαστικά χρόνια;
Θυμάμαι όμως καλά πώς ήταν η ζωή 10 χρόνια πριν. Είχα γράψει γιορτινές ευχές στα τζάμια του δωματίου μου με κείνο το λευκό χριστουγεννιάτικο σπρέι που δεν καθαρίζει με τίποτα (κι έτσι κράτησα το “happy new year” μέχρι το Μάρτιο κι η φίλη Σαρδέλα από το απέναντι μπαλκόνι μ΄έκραζε). Με τους φίλους μαλώναμε αν ήταν ή όχι το 2000 το Millenium και με τα αγαπημένα μου ξαδέρφια κάναμε περιπαικτικά πανηγύρια στο σπίτι, όταν το πρωί της σκοτεινιασμένης, βροχερής παραμονής,ο ΑΝΤ1 (ναι, βλέπαμε ΑΝΤ1 ακόμα τότε) συνδέθηκε με ένα νησί της Ωκεανίας για να μεταδώσει την πρώτη αυγή του 2000. Στο ρεβεγιόν, δεν θυμάμαι πώς, είχαμε ξεμείνει με τους γονείς ως τις 11.30 και καταλήξαμε τα μεσάνυχτα να πληρώνουμε φέσι στη γιορτή ενός ξενοδοχείου. Αστικά γοητευτική παρακμή-έχω ακόμα το καπελάκι δώρο για ενθύμιο.
Έχει γίνει μια αλλαγή στη δουλειά μου τις τελευταίες βδομάδες που τη θεωρούσα σχεδόν καρμική. Δηλαδή, άλλαξα αντικείμενο εργασίας, μετακομίζοντας σε έναν τομέα που, λόγω οικογενειακού ιστορικού, πάντα με γοήτευε και κατά μία έννοια το περίμενα να ασχοληθώ μ’ αυτόν.
Πρόκειται σχεδόν για ανέλιξη (επαγγελματική, βέβαια, όχι ακόμα οικονομική), που όμως, όπως κάθε ανάβαση στην ζωή, έχει κι αυτή τις δυσκολίες της. Στα νέα μου καθήκοντα, τα χαμπέρια που παίρνω είναι σχεδόν πάντα αρνητικά, οι ανταγωνιστές συνάδελφοι παλιές καραβάνες (άρα εκατοντάδες φορές πιο έμπειροι) κι οι άνθρωποι του χώρου, κλειστοί, ενίοτε βεντέτες, και μάλλον χωρισμένοι σε κλίκες. Εκτός αυτού, ως φιλόδοξο ον εγώ, τείνω να παλεύω για την τελειότητα, γεγονός που, με δεδομένες τις πιο πάνω καταστάσεις, μου προκαλεί πολύ μα πολύ άγχος.
Σχεδόν κρίσεις πανικού, δηλαδή, κάτι μεσημέρια που δεν τολμώ καν να σηκώσω το τηλέφωνο για να κάνω τη δουλειά μου ή κάτι πρωινά που νωρίς-νωρίς διαπιστώνω τα λάθη και τις παραλείψεις μου από την προηγούμενη.
Αν προσθέσεις σ’ αυτό κάτι μικροπροβλήματα υγείας εμού και των αγαπημένων μου, κάτι μικρογκαντεμιές καθημερινότητας (καθυστέρηση στις πτήσεις, βλάβες στο αυτοκίνητο, πλημμύρες στο σπίτι) και το γεγονός ότι από μήνες θέλω να αλλάξω διαμέρισμα και δεν προλαβαίνω να ψάξω, οι κρίσεις πανικού δεν θέλουν και πολύ για να γίνουν συχνότερες.
Τώρα, γιατί τα γράφω όλα αυτά σε μια λευκή οθόνη και τα δημοσιοποιώ; Νομίζω γιατί μια καλή νεόκοπη φίλη μού είπε πως αν διατηρείς ημερολόγιο (δημόσιο, έστω), έχεις κάνει το μισό δρόμο για την ψυχανάλυση. Ας την πιστέψω.
ΥΓ: Τουλάχιστον, στον αντίποδα, έχω ανακαλύψει νέα αγχολυτικά χόμπι. Χαρίζω μανταρίνια στους συναδέλφους, κερνάω τις γιαγιάδες που συναντώ στον δρόμο σοκολάτες ή μια βόλτα με το αμάξι μέχρι το σπίτι τους, αν είναι πεζή, και καθιέρωσα με τον καλό μου να τρώμε μια φορά τη βδομάδα πάπια Πεκίνου (άσχετο, αλλά είναι εθιστική η γεύση της). Τώρα που τα ξαναδιαβάζω, νιώθω καλύτερα ήδη.

Θυμάμαι καλά στο σχολείο τους χάρτες στους τοίχους: Η Ελλάδα περιβαλλόταν από την Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία και στην άκρη του χάρτη, ένα ένθετο σαν μπάλωμα, η Κύπρος, σαν τη Ρόδο στο νου μας, ένα απομακρυσμένο κομμάτι της χώρας. Κι η Ευρώπη, μια ήπειρος με την τεράστια ΕΣΣΔ, την Τσεχοσλοβακία και δύο Γερμανίες με δύο πρωτεύουσες…
Θυμάμαι καλά και τον Κ., εκείνο το ανοιχτόχρωμο, ξανθό αγόρι που έκανε τρομερά ακροβατικά και συμπαθητικές πλάκες, που μπήκε ένα πρωινό του χειμώνα του ’91 στην τάξη μας κι ο δάσκαλος μας είπε πως «ήρθε από τη Ρωσία, που τώρα έχουν πόλεμο». Η άφιξη των μεταναστών μόλις ξεκινούσε κι ο Κ., αν και έμαθε αστραπιαία και καλά τα ελληνικά, μας φαινόταν στην αρχή λιγάκι εξωγήινος, καθώς πετούσε με βαριά προφορά ρώσικες λέξεις.
Από κείνη την εποχή, που η Γιουγκοσλαβία ήταν ακόμα μία χώρα, το Σκοπιανό δεν υπήρχε σαν ζήτημα κι η Βοσνία ήταν ένας μάλλον άγνωστος τόπος, θυμάμαι τις αφηγήσεις του μπαμπά για ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι που είχε κάνει στη Δυτική Γερμανία, διασχίζοντας τα φλεγόμενα Βαλκάνια, με εκείνο το σαραβαλάκι των πρώτων μου χρόνων-ένα Wartburg και την παλιά τηλεόραση, ασπρόμαυρη ακόμα, να παίζει συνεχώς εικόνες ανθρώπων σε εξέργεση.
Έπειτα, τα βιβλία άλλαξαν, πρωτεύουσα της Γερμανίας ξανάγινε το Βερολίνο, κι όχι η Βόννη με τη δύσκολη ορθογραφία, και στη γεωγραφία έπρεπε πια να μάθουμε ένα κατεβατό χώρες που σχηματίστηκαν στη θέση εκείνου το ψυχρού γίγαντα που έπιανε δύο σελίδες στα βιβλία μας, της ΕΣΣΔ.
Για χρόνια, δίπλα στα σύνορά μας, μαθαίναμε, υπήρχε πόλεμος, την ώρα που τα τυριά και τα Πανεπιστήμιά μας αποκτούσαν το ίδιο όνομα («Μακεδονία») κι η γιαγιά μου η παπαδιά κολλούσε στο τζάμι της κουζίνας, για να μην πέσει πάνω του, ένα αυτοκόλλητο με το αστέρι της Βεργίνας και την ατάκα «Η Μακεδονία είναι μία. Και είναι ελληνική. Κωνσταντίνος Καραμανλής».
Λοιπόν, δεν θυμάμαι ούτε το τείχος να πέφτει ούτε το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία. Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω γιατί υπήρχαν δύο Γερμανίες ή γιατί οι Γιουγκοσλάβοι ξαφνικά βαφτίστηκαν Σέρβοι, και έμαθα σχετικά πρόσφατα μόλις για την καταπίεση στις χώρες του ανατολικού μπλοκ.
Η δική μου η γενιά, που έκανε, κυριολεκτικά, τα πρώτα της βήματα τις μέρες που ο κόσμος άλλαζε αστραπιαία-και για πάντα, θα ‘χει να θυμάται τις συναυλίες για τον πόλεμο στο Κόσοβο, τις πορείες ενάντια στον εισβολή στο Ιράκ, το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους και άνοιγμα των οδοφραγμάτων στην Κύπρο, το 2003.
Καμιά φορά, νιώθω ιστορικά ριγμένη απέναντι στους προγόνους μου. Όμως όσο το σκέφτομαι, νομίζω ότι με τον ρυθμό που η Ιστορία επιμένει να επαναλαμβάνεται, κάτι θα βρεθεί και για μένα να εξιστορώ με μια σχετική νοσταλγία. Ή ανακούφιση.
Next stop: Συρία, για το Φεστιβάλ του δρόμου του μεταξιού. Η φίλη Ε., από τη Χίο, “ζηλεύει”. “Μονάχα μη με ματιάξεις”, της λέω. Κι ακολουθεί ο γόνιμος διάλογος:
(περισσότερα…)
Στο νοσοκομείο με τον παππού. Ήρθα για λίγες μέρες να δω τον μπέμπη και κατέληξα στο Παπαγεωργίου με τον προπάππου του! Μου ‘φεξε, βλέπεις, το πρωί να πάρω το αμάξι της αδερφής μου στο σπίτι για να ‘χω μέσο να κινούμαι. Και τώρα που έπεσε ο παππούς και χτύπησε, λείπαν οι θείοι όλοι και τα ξαδέρφια κι έμεινα εγώ -φαντάσου, η επισκέπτρια!- να τον φέρω στα επείγοντα.
Το σκηνικό θυμίζει ER-ειδικευόμενοι γιατροί και νοσοκόμοι ανακατεμένοι πίσω από έναν πάγκο με τις παλιές καραβάνες. Ευγενικοί γιατροί, φλύαρος ο παππούς, κόσμος πολύς με μάσκες λόγω γρίπης! Θα χρειαστούμε, λέει, ράμματα και ακτίνες. Κι όσο το σκέφτομαι, αν δεν σιχαινόμουν το αίμα και τη Χημεία, θα είχα γίνει γιατρός.
Τρέχω, τρέχεις, τρέχουμε; Χωρίς ανάσα, δουλειές με φούντες και ξενύχτια αγκαλιά στο σκονισμένο μου πάτωμα (τι ανακάλυψη!). Αίγυπτος, Συρία, Θεσσαλονίκη, Πάφος, Λευκωσία κι ενδιάμεσα γάμοι, βαφτίσια, γενέθλια, σούσι, παρεξηγήσεις, αφίξεις, φίλοι, ένα λευκό καγκουρό που γεννιέται στην Πάφο, αφραγκίες, μπόνους, υπόσχεση για μπύρες και κρασί ροζέ. Σχέδια χωρίς ανάσα, δουλειά σχεδόν καταιγιστική που παραδόξως δεν με κουράζει (ψυχικά). Μάλλον γουστάρω αυτό που κάνω, αυτό που ζω.
Έφτασε ο Αύγουστος αισίως. Να υγιαίνετε.
Έχει μια κάψα στην πόλη από κείνες που λατρεύω, που όπου κι αν στέκεσαι έξω τα μεσημέρια νιώθεις να σου τη δίνει ο ζεστός αέρας από παντού και που μόνο οι αυτόχθονες έχουν μάθει να μην ιδρώνουν στο διάβα της. Επισήμως, η Μετεωρολογική λέει ότι χτυπάμε 38, αλλά είναι κοινό μυστικό (ή μήπως αστικός μύθος; ) ότι οι θερμοκρασίες που ανακοινώνονται είναι καθησυχαστικά ψεύδη κι έτσι, με ένα ψυχοπαθές ύφος εθισμού στο ηπειρωτικό (τροπικό σάμπως; ) κλίμα, ανακοινώνω στους δικούς μου, στο τηλέφωνο, ότι τη μέρα ξεπερνάμε τους 40.
Στα κτήρια, βέβαια, κυπριακό καιρικό παράλογο, αναπνέεις στους 23 ψυχρούς βαθμούς του κλιματιστικού κι είναι αιτία καβγά, όχι αστεία, όταν στο γραφείο αποφασίζω να ανοίξω το παράθυρο για να με χτυπήσει λίγο ο αέρας (εμένα με τροπική διάθεση, τους άλλους τους τη δίνει στη μάπα).
Στη Λάρνακα το Free Gaza δηλώνει ως προορισμό την Αίγυπτο και τελικά σαλπάρει για την απαγορευμένη Γάζα -τόλμη ή παρακινδυνευμένη παράνοια;-, και στην παλιά Λευκωσία ο Δημήτρης στήνει στην φιλόδοξη Apotheke εικόνες του παλιού αεροδρομίου.
Πού να πήγε άραγε εκείνος ο αγνός, απεγδυμένος από εθνικούς διχασμούς μοντερνισμός;
Πίνω ένα μπουκάλι νερό κι επιστρέφω στην κάψα μου.
Tip: H έκθεση NIC του Ορέστη Λάμπρου εγκαινιάζεται στις 3 Ιουλίου 2009, στις 20.00, στην Apotheke (Κλεάνθη Χριστοφίδη 23, πάροδος Λεύκωνος), στην παλιά Λευκωσία. Τηλ. 99764816.
Το μόνο παρήγορο απ’ την προχθεσινή βραδιά, που κατάπια αισίως μια μπύρα (σικ), ένα Β52, ένα υποβρύχιο και 9 σφηνάκια τεκίλας (ο λογαριασμός έγινε χτες το πρωί κατόπιν ανάγνωσης μεθυσμένων sms), είναι ότι παρόμοιο μεθύσι είχα κάνει (τότε με βότκες) και παραμονές του γάμου της αδερφής μου. Άρα, ταυτίζοντας συνολικά και διά της επαγωγής το προηγούμενο, κι ο γάμος του αδερφού μου, τώρα, μια χαρά θα κυλήσει.
Κατά τα άλλα, πολύ δύσκολο να δοκιμάζεις να ισορροπείς, το επόμενο πρωί, πάνω σε λεπτά τακούνια, την ώρα που το πάτωμα ακόμα γυρίζει… Κι ακόμα αγνοείται το τζιν μου μπουφάν (γαμώτο).
Ένας γαϊδαράκος κάνει βόλτες στο ταβάνι, ωραία εποχή γεννηθήκαμε, τα αυτιά της Έλλης είναι στολισμένα με σκουλαρίκια-κουβάδες και ποτιστήρια, χρόνια μετά, στην ενήλικη ζωή, η Τούλα Χέστηκα έγινε μεγαλοδικηγόρος σε νησιωτική ομορφούπολη, το κεφάλι μου πονάει ακόμα κάνοντας συντροφιά στα αυτιά μου-μην είναι η πτήση ή τα μοχίτος που φταίνε; Ες εμ ες “ψάξε να βρεις και να δεις το φεγγάρι!”, στο ραδιόφωνο το πρωί παίζει “the whole of the moon”, ιστορίες απ’ τα χρόνια της σχολής και κάτι καμένα πάρτι στο διαμέρισμα της Ναυαρίνου, Χανιά-Λάρισα-Χάγη-Θεσσαλονίκη-Λευκωσία, αναμνήσεις ναργιλέ απ’ τη Βηρυτό ξεχασμένες στην τσέπη μου, στο ταξί μ’ έπαιρνε διαρκώς ο ύπνος και στην τσάντα μου βρήκα ξεχασμένη μια ανακατώστρα Havana Club. Εδώ τα τσιγάρα έχουν προειδοποιήσεις σε μία γλώσσα, ο κόσμος μιλάει στεγνά χωρίς προφορά (και πια με ξενίζει), στους κυκλικούς κόμβους μπαίνεις από δεξιά κι αν είσαι έξω το Σαββατόβραδο μπορείς να βρεις τον κυριακάτικο Τύπο.
ΥΓ: Σ.Α.
1. Όταν είσαι νέος, έχεις χρόνο και δεν έχεις λεφτά. Όταν μεγαλώσεις, δεν έχεις χρόνο και έχεις λεφτά. Τα λεφτά εξαγοράζουν το χρόνο κι ο χρόνος πουλιέται στο χρήμα.
2. Όταν κινείσαι τη νύχτα, κλέβεις το χρόνο.
3. Για κάποιον περίεργο λόγο, οι περισσότερες ελληνικές οικογένειες έχουν καλύτερες σχέσεις με το σόι της μαμάς.
4. Να διεκδικώ αυτά που θέλω κι αυτούς που αγαπώ.
5. Να μετανιώνω μόνο για όσα δεν κάνω.
6. Υπάρχει πάντα ένα κομβικό σημείο, στο οποίο πρέπει να απογαλακτιστούμε από τους γονείς. Η χρονική στιγμή στην οποία το κάνουμε, καθορίζει τη διαδρομή της ζωής μας.
7. Είμαστε πάντα υπεύθυνοι των επιλογών μας.
8. Τα βιβλία με συμβουλές ευτυχίας, είναι της ίδιας ελαφράς κατηγορίας κατανάλωσης με τα άρλεκιν-ακόμη κι αν οι συγγραφείς τους πιστεύουν αλήθεια ότι η ευτυχία των ανθρώπων ταυτίζεται.
9. Για κάποιον περίεργο λόγο, σε κάθε μεγάλο δυστύχημα υπάρχει ένας άνθρωπος που επιβιβάστηκε την τελευταία στιγμή και σκοτώθηκε και κάποιος άλλος που τελευταία στιγμή έχασε την πτήση/το τραίνο/το ταξίδι και σώθηκε. Υποθέτω πως οφείλεται στην ισχύ κάποιου άγνωστου αλγόριθμου.
10. Ευτυχία είναι ένα παγωτό φράουλα την ώρα που λιώνεις στην παραλία με +43, ένα αυτοκίνητο να τρέχει στην εθνική με καλή μουσική στη διαπασών, μια γουλιά βραστό καφέ με μια παρέα που βιάζεται να ζήσει, ένα αναλγητικό την ώρα που σε διπλώνει ο πόνος, το γκολ του Δέλλα στο 94′ με την Τσεχία, ο ήλιος του απογεύματος να βάφει πορτοκαλί τους τοίχους του σπιτιού ή το μέτωπο του οδηγού, να αγοράζεις εισιτήρια για ένα ταξίδι, η στιγμή που το ραδιόφωνο παίζει εκείνο ακριβώς το τραγούδι που σκέφτεσαι, ένα ωραίο βιβλίο κάτω από ένα ανοιχτό παράθυρο, μια ειλικρινής αγκαλιά μετά το σεξ και ένα φιλί καληνύχτας σε ένα μωρό.
11. Το δύσκολο στις σχέσεις με τους άνδρες που περπατούν προς τα/στα 30, είναι αυτή η πρώιμη απογοήτευση που έχουν ότι γέρασαν, κουράστηκαν και δεν αντέχουν πια.
12. Η πιο ενδιαφέρουσα συνήθεια που απέκτησα μεγαλώνοντας είναι που πίνω ελληνικό καφέ.
13. Προσπάθησα πολύ, αλλά δεν κατάφερα ποτέ να αρχίσω το κάπνισμα. Μου λένε πως αυτό σημαίνει ότι δεν ζορίζω τον εαυτό μου όταν δε γουστάρω κάτι.
14. Χρειάζονται γύρω στα πέντε βήματα από τη στιγμή που θα αποχωριστούν δυο παρέες σε μια νυχτερινή έξοδο, ώσπου να αρχίσει η μια να σχολιάζει την άλλη.
15. Καλύτερος φίλος είναι εκείνος με τον οποίο μπορείτε να αντέξετε τη σιωπή, χωρίς να κάνετε καμιά αγχωτική σκέψη.
16. Ouzo, connecting people.
17. Δεν είμαστε ποτέ “2″, αλλά πάντα ένα (+ένα+ένα…)
18. Η μουσική του Φοίβου Δεληβοριά και του David Bowie είναι εθιστική.
19. Να μην ακούω ποτέ κουβέντες που ξεκινούν με τη -συνωμοσιολογική- φράση: “Μήπως είναι τυχαίο που…;”.
20. Όταν μιλώ σε μεγάλους, να τους κοιτάζω στα μάτια. Όταν μιλώ με μωρά, να χαμηλώνω στο ύψος τους. Και στις δύο περιπτώσεις η συζήτηση γίνεται πιο άμεση.
21. Οι μεγάλοι καλλιτέχνες είχαν κι από έναν δίσκο, στον οποίο μπορείς να ακούσεις όλα τα τραγούδια, ένα προς ένα, ξανά και ξανά, όσα χρόνια κι αν περάσουν. Οι Nirvana είχαν το “Nevermind”, οι GNR το “Apettite for destruction”, o Moby το “Play“, οι Τρύπες τα “9 πληρωμένα τραγούδια” κ.ο.κ..
22. Όποτε κλείνει η πόρτα του, κάθε σπίτι κρύβει μικρά ή μεγάλα μυστικά.
23. Κάθε ταξίδι είναι και γνώση. Αυτογνωσία όταν ταξιδεύεις μόνος, φιλία όταν είσαι με φίλους.
24. Είχε καιρό να μου συμβεί, όμως, αφού το ζω τώρα, μπορώ κι εγώ να πω, όπως η Δήμητρα Ματσούκα (περιοδικό “Κ”, 10/5/2009) ότι η αρχή ενός μεγάλου έρωτα είναι ό,τι πιο συγκλονιστικό μπορείς να ζήσεις” (οποιαδήποτε άλλη σύγκριση με τη Μήτσι θα ήτο ατυχής).
