
Θυμάμαι καλά στο σχολείο τους χάρτες στους τοίχους: Η Ελλάδα περιβαλλόταν από την Αλβανία, τη Γιουγκοσλαβία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία και στην άκρη του χάρτη, ένα ένθετο σαν μπάλωμα, η Κύπρος, σαν τη Ρόδο στο νου μας, ένα απομακρυσμένο κομμάτι της χώρας. Κι η Ευρώπη, μια ήπειρος με την τεράστια ΕΣΣΔ, την Τσεχοσλοβακία και δύο Γερμανίες με δύο πρωτεύουσες…
Θυμάμαι καλά και τον Κ., εκείνο το ανοιχτόχρωμο, ξανθό αγόρι που έκανε τρομερά ακροβατικά και συμπαθητικές πλάκες, που μπήκε ένα πρωινό του χειμώνα του ’91 στην τάξη μας κι ο δάσκαλος μας είπε πως «ήρθε από τη Ρωσία, που τώρα έχουν πόλεμο». Η άφιξη των μεταναστών μόλις ξεκινούσε κι ο Κ., αν και έμαθε αστραπιαία και καλά τα ελληνικά, μας φαινόταν στην αρχή λιγάκι εξωγήινος, καθώς πετούσε με βαριά προφορά ρώσικες λέξεις.
Από κείνη την εποχή, που η Γιουγκοσλαβία ήταν ακόμα μία χώρα, το Σκοπιανό δεν υπήρχε σαν ζήτημα κι η Βοσνία ήταν ένας μάλλον άγνωστος τόπος, θυμάμαι τις αφηγήσεις του μπαμπά για ένα ριψοκίνδυνο ταξίδι που είχε κάνει στη Δυτική Γερμανία, διασχίζοντας τα φλεγόμενα Βαλκάνια, με εκείνο το σαραβαλάκι των πρώτων μου χρόνων-ένα Wartburg και την παλιά τηλεόραση, ασπρόμαυρη ακόμα, να παίζει συνεχώς εικόνες ανθρώπων σε εξέργεση.
Έπειτα, τα βιβλία άλλαξαν, πρωτεύουσα της Γερμανίας ξανάγινε το Βερολίνο, κι όχι η Βόννη με τη δύσκολη ορθογραφία, και στη γεωγραφία έπρεπε πια να μάθουμε ένα κατεβατό χώρες που σχηματίστηκαν στη θέση εκείνου το ψυχρού γίγαντα που έπιανε δύο σελίδες στα βιβλία μας, της ΕΣΣΔ.
Για χρόνια, δίπλα στα σύνορά μας, μαθαίναμε, υπήρχε πόλεμος, την ώρα που τα τυριά και τα Πανεπιστήμιά μας αποκτούσαν το ίδιο όνομα («Μακεδονία») κι η γιαγιά μου η παπαδιά κολλούσε στο τζάμι της κουζίνας, για να μην πέσει πάνω του, ένα αυτοκόλλητο με το αστέρι της Βεργίνας και την ατάκα «Η Μακεδονία είναι μία. Και είναι ελληνική. Κωνσταντίνος Καραμανλής».
Λοιπόν, δεν θυμάμαι ούτε το τείχος να πέφτει ούτε το συλλαλητήριο για τη Μακεδονία. Μου πήρε χρόνια για να καταλάβω γιατί υπήρχαν δύο Γερμανίες ή γιατί οι Γιουγκοσλάβοι ξαφνικά βαφτίστηκαν Σέρβοι, και έμαθα σχετικά πρόσφατα μόλις για την καταπίεση στις χώρες του ανατολικού μπλοκ.
Η δική μου η γενιά, που έκανε, κυριολεκτικά, τα πρώτα της βήματα τις μέρες που ο κόσμος άλλαζε αστραπιαία-και για πάντα, θα ‘χει να θυμάται τις συναυλίες για τον πόλεμο στο Κόσοβο, τις πορείες ενάντια στον εισβολή στο Ιράκ, το χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους και άνοιγμα των οδοφραγμάτων στην Κύπρο, το 2003.
Καμιά φορά, νιώθω ιστορικά ριγμένη απέναντι στους προγόνους μου. Όμως όσο το σκέφτομαι, νομίζω ότι με τον ρυθμό που η Ιστορία επιμένει να επαναλαμβάνεται, κάτι θα βρεθεί και για μένα να εξιστορώ με μια σχετική νοσταλγία. Ή ανακούφιση.

Να φεύγεις από τη χώρα σου, αφήνοντας πίσω οχτώ μωρά, για να δουλέψεις σε ένα σώμα μισθοφόρων, σε ένα νησί-κουκίδα στο χάρτη, που το λένε Κύπρο, και που οι μισοί του κάτοικοι μισούν τους άλλους μισούς. Να σε βάζουν να καθαρίζεις νάρκες, στη νησιώτικη γη που είναι σπαρμένη με αίμα, κόκαλα και σφαίρες, και μια από αυτές να σε ανατινάσσει. Να γίνεσαι έτσι είδηση, αλλά χωρίς πρόσωπο, μονάχα ως «αλλοδαπός», κι ο θάνατός σου να περνά στα «αζήτητητα» των δελτίων, πίσω από τις «μεγαλειώδεις παρελάσεις» σε Λευκωσία και… Θεσσαλονίκη (!). Κι η μόνη τους έγνοια, στα ραδιόφωνα, να είναι ότι από την έκρηξη, κανείς «δικός τους» (εθνοφρουρός) δεν κινδύνευσε. Με συγχωρείτε, αλλά για μένα αυτό είναι το άκρον άωτον μιας ξενοφοβικής, εγωκεντρικής κοινωνίας, που φοβάται να κοιτάξει πέρα από τη μύτη της…
Αν δεν κατάλαβες, δες Mind the mine. Νεκρός ναρκαλιευτής στη νεκρή ζώνη της Λευκωσίας (μακάβρια επανάληψη)
«Πήγα παντού, γύρισα τον κόσμο/Με το νου και με τα πόδια/Δύση και Ανατολή/Πέρασα τη θολή γραμμή/Έφτασα ως της γης την άκρη/Μα απάντηση δε μου δώσαν»(Ορφέας Περίδης)

Η σιωπή πολλών ημερών δεν οφείλεται στο ότι ξέμεινα στη χώρα και δεν γύρισα, αλλά στην εργασιοθεραπεία που ακολούθησα άμα τη επιστροφή μου στη μεγαλόνησο. Διότι αρρώστησα στη Συρία. Μια γαστρεντερίτιδα αα που με βρήκε σε ένα υγρό και σκοτεινό μοτέλ στα βουνά, στ’ ανάθεμα, που χρειάστηκε γιατρός, δύο ενέσεις και ένα τριήμερο ρυζοφαγίας για να συνέλθω. (περισσότερα…)

Το blog θα απουσιάσει για μια βδομάδα στη Συρία (Mediterra route), με την υπόσχεση να ποστάρει φωτογραφίες και εντυπώσεις στην επιστροφή.
Να υγιαίνετε.
ΥΓ: Σ.θ.σ.σ.κ.α.ο.
Για τις εκλογές τα ‘παν κι άλλοι, περισσότερο εύγλωττα απ’ όσο εγώ θα μπορούσα. Εγώ απλώς βρήκα ευκαιρία να ανέβω εξπρές στη Σαλόνικα να δω τα ανίψια (έχει αρχίσει να μου θυμίζει Ντόναλντ Ντακ αυτή η ορολογία) και φίλους. Και να αγοράσω μερικά βιβλία για το χειμώνα που έρχεται (στο πάτωμα). Ιδού η λίστα των αναγνωσμάτων των επόμενων μηνών (κριτικές ευπρόσδεκτες) :
- Ορχάν Παμούκ – “Το χιόνι”
- Γιάννης Ξανθούλης – “Κωνσταντινούπολη”
- Ο Μπουκόφσκι για τον Μπουκόφσκι
- Charles Schulz – “Αγαπητέ μου εκδότη”
- Taschen – “20th century Photography”
Next stop: Συρία, για το Φεστιβάλ του δρόμου του μεταξιού. Η φίλη Ε., από τη Χίο, “ζηλεύει”. “Μονάχα μη με ματιάξεις”, της λέω. Κι ακολουθεί ο γόνιμος διάλογος:
(περισσότερα…)

Ντυμένος στα λευκά του (η θερινή στολή), ο αστυνομικός που στεκόταν απέναντι, στην όχθη ακριβώς του Νείλου, δεν έμοιαζε πρόθυμος να ρυθμίσει λιγάκι την ξέφρενη κυκλοφορία στη λεωφόρο Corniche El Nil. Είχαμε ακούσει πολλά για τους Αιγύπτιους οδηγούς, αλλά αυτό που ζούσαμε τις τελευταίες μέρες στην πρωτεύουσα ξεπερνούσε κατά πολύ τη φαντασία μας: Αυτοκίνητα να τρέχουν δαιμονιωδώς, στριμωγμένα σε περισσότερες λωρίδες απ’ όσες ορίζει η σήμανση, χωρίς καμία υπακοή στον ΚΟΚ, με τα φωτά σβηστά τις νύχτες (!) και με το χέρι να μην ξεκολλάει από την κόρνα όλο το 24ωρο (μετρήσαμε μέγιστη σιωπή 10”!). “Είναι μια πόλη 20 εκατομμυρίων”, μας είπε ο ξεναγός μας, ο Χελλίντ, “ακόμη κι αν κάποια ώρα όλοι κοιμούνται, πάντα θα υπάρχει 1 εκατομμύριο να κυκλοφορεί στους δρόμους”. Δεν είχε κι άδικο.

Πίσω στην Corniche El Nil, εκεί όπου βρισκόταν το ιστορικό ξενοδοχείο που μας φιλοξένησε στο Κάιρο, χαζεύαμε από το παράθυρο στο Νείλο τον αστυνομικό που συνόδευε μια μαντηλοφόρα κυρία στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Μόνη του πληρωμή, ένα συγκεκαλυμμένο της χαμόγελο. Πέντε λεπτά αργότερα, η ίδια σκηνή επαναλήφθηκε για έναν ξανθό τουρίστα. Μόλις τον πέρασε απέναντι, ο αστυνομικός, με το ίδιο δελεαστικό χαμόγελο τύπου “είδες; εγώ σε ξελάσπωσα” ζήτησε μπαξίσι. “Τίποτα στην Αίγυπτο δεν είναι δωρεάν”, συλλογιζόμασταν γελαστοί, ρουφώντας τσάι με μέντα, σε ένα δώμα που θύμιζε πλούτη παλιού χαρεμιού.

Και πράγματι: Τέσσερις μέρες στην Αίγυπτο και η πιο ευγενική επαιτεία που μας ζητήθηκε ήταν ενός παιδιού που μας ακολούθησε σχεδόν επί χλμ ζητώντας επιτακτικά χρήματα, μέχρι να του πει κάποιος μεγάλος στην πλατεία Ταχρίρ “τσ, τσ, ντροπή”. Οι λιγότερο ευγενικοί στις πυραμίδες, μας πλεύριζαν πρώτα για Ιταλούς ή Ισπανούς, δήθεν να μας χαρίσουν καρτ ποστάλ και μετά, δίχως να ξεκολλούν, ζητούσαν μπαξίσι σε ευρώ.

Όμορφη πόλη το Κάιρο. Από κείνες τις μεγαλουπόλεις που πρέπει να πας και που αν πας και αγαπάς την Ανατολή, θέλεις να επιστρέψεις. Ένα μίγμα μακραίωνης ιστορίας, Ισλάμ και φτηνού τουριστικού προϊόντος, που η οξυθυμία των ντόπιων του χαρίζει μια φρεσκάδα που σε κρατά σε εγρήγορση.

Οι πυραμίδες, μνημείο της ανθρωπότητας. Να είσαι εκεί και να μην το πιστεύεις. Χτισμένες πια στις παρυφές της πόλης μα και στο πουθενά-να βλέπεις από τη μια πλευρά τον γκρίζο αχό του Καΐρου κι από την άλλη το απόλυτο τίποτα-έρημος, κίτρινη άμμος και καμήλες! Τα τζαμιά της ισλαμικής πόλης, οι σημαντικές εκκλησίες των Χριστιανών, οι κρυμμένες πίσω από τείχη νεκροπόλεις, τα παζάρια και το Αλ Χαλίλι.

Όπως και οι Έλληνες, οι σύγχρονοι Αιγύπτιοι έχουν ένα λαμπρό παρελθόν και τίποτα σύγχρονο που να το θυμίζει εκτός από τις αφηγήσεις τους. Τις πρώτες μέρες νιώθεις λιγάκι χαζός τουρίστας, καθώς ξεναγοί, ταξιτζήδες και βήματα σε οδηγούν μηχανικά στους ακριβούς πωλήτες που δεν σε παίρνει και πολύ να κάνεις παζάρι. Μα αν πιάσεις λιγάκι τον ρυθμό της πόλης, προσανατολιστείς και βρεις το θάρρος να χωθείς μες στους ντόπιους, βγαίνεις στα στενά της Downtown, με τα καλά καταστήματα και τα ιστορικά καφέ, όπως το Riche, όπου ήπιαμε τούρκικο καφέ πλάι στα πορτρέτα των λογοτεχνών που σύχναζαν κάποτε σ’ αυτή τη γωνιά της πλατείας Ταλάτ.
Κι ο Νείλος φυσικά. Αχ αυτός ο Νείλος. Κάποτε όριζε τον προσανατολισμό της Αιγύπτου με τη φορά του κι απ’ τα νερά του μεταφέρονταν οι μούμιες των βασιλέων στους τάφους τους. Σήμερα κόβει τη μεγαλούπολη με τους ουρανοξύστες στα δύο, και χαρίζει μια όψη πρασίνου μες στην ξέρα της Σαχάρα που σε μαγεύει. Στις όχθες του καθίσαμε κάποιο βράδυ οι δυο μας και ήπιαμε από έναν υπαίθριο πωλητή τσάι αχνιστό και ρεβυθοχυμό. Νύχτα, μαζί με τους ντόπιους, που μόλις είχαν πάρει το πρωινό τους για το Ραμαζάνι.
Η μόνη υπόσχεση που δώσαμε φεύγοντας, ήταν ότι θα επιστρέψουμε.

Τόσα χρόνια στο χωριό, πρόπερσι στη Σμύρνη, πέρσι στην Τραπεζούντα, φέτι στη Θεσσαλονίκη, ως επισκέπτρια. Ήσυχη πόλη τα βράδια, συννεφόκαμα και αεράκι φθινοπωρινό, μια σχεδόν νεκρική σιγή, καθώς συνειδητοποιώ πως εθίστηκα στη Μέση Ανατολή μου.
Στο νοσοκομείο με τον παππού. Ήρθα για λίγες μέρες να δω τον μπέμπη και κατέληξα στο Παπαγεωργίου με τον προπάππου του! Μου ‘φεξε, βλέπεις, το πρωί να πάρω το αμάξι της αδερφής μου στο σπίτι για να ‘χω μέσο να κινούμαι. Και τώρα που έπεσε ο παππούς και χτύπησε, λείπαν οι θείοι όλοι και τα ξαδέρφια κι έμεινα εγώ -φαντάσου, η επισκέπτρια!- να τον φέρω στα επείγοντα.
Το σκηνικό θυμίζει ER-ειδικευόμενοι γιατροί και νοσοκόμοι ανακατεμένοι πίσω από έναν πάγκο με τις παλιές καραβάνες. Ευγενικοί γιατροί, φλύαρος ο παππούς, κόσμος πολύς με μάσκες λόγω γρίπης! Θα χρειαστούμε, λέει, ράμματα και ακτίνες. Κι όσο το σκέφτομαι, αν δεν σιχαινόμουν το αίμα και τη Χημεία, θα είχα γίνει γιατρός.

Ο Χ. κατάγεται από την Ζώδια, ένα κατεχόμενο χωριό κοντά στην Μόρφου. (περισσότερα…)