Λοιπόν, τέτοιες μέρες πάνω είναι οι πιο ψυχρές όλης της χρονιάς. Θυμάμαι να γυρίζω απόγευμα από το σχολείο και να πεθαίνω απ’ το κρύο (απόσταση 50μ). Υγρασία και ψυχρός αέρας.
Ο μπαμπάς πάντα έπαιρνε άδεια και ερχόταν σπίτι από την εκκλησία, καλοντυμένος (γιλέκο πλεκτό, πουκάμισο, γραβάτα) και απαντούσε ολημερίς στα τηλέφωνα. Παλιότερα που δούλευε, τού έστελναν και καλάθια με ποτά εταιρείες που συνεργαζόταν μαζί τους.
Η μαμά μαγειρεύει από το μεσημέρι – το σπίτι μυρίζει φαγητά. Πιο παλιά, απ’ το ’80 ως το ’98, ερχόταν πάνω η γιαγιά η Δέλτα, από το χωριό. Δεν είχε τι να κάνει και καθόταν όλη μέρα στην κουζίνα και έτρεμε το τραπέζι απ’ το πάρκινσόν της. Άμα βαριόταν πολύ, μου έλεγε ο μπαμπάς «πήγαινε τρίψε λίγο τα χεράκια της γιαγιάς» και πήγαινα και τα ‘τριβα κι έλεγε ο μπαμπάς «Άι! Άι! Είδες βάβω η αγγόνα σου;». Ύστερα της έλεγε να δει τα δάχτυλά μου, που έμοιαζαν με του μακαρίτη του παππού.
Κι η γιαγιά, που ποτέ δεν τη θυμάμαι να εκφράζεται, δεν έλεγε τίποτα. Μονάχα χαμογελούσε διάπλατα με ένα χαμόγελο που πρόδιδε ευτυχία μαζί και καμάρι.
Κατά το βραδάκι έπιαναν να έρχονται πρώτα ο παππούς ο παπάς κι η γιαγιά η παπαδιά και μετά οι θείοι. Έτρωγαν, έπιναν και μετά τραγουδούσαν και λέγανε αστεία. Καμιά φορά το γλέντι κράταγε ως τις 2-3, το πρωί.
Αυτά τα πρώτα χρόνια. Μετά το ’98, που η γιαγιά έπαθε εγκεφαλικό, σταμάτησε να ανεβαίνει πάνω γιατί ήταν μακρύ το ταξίδι (8 ώρες με το κτελ). Μια φορά θυμάμαι ήρθε ο θείος ο Γιάννης, τις υπόλοιπες έστελνε αντιπρόσωπό του (τη θεία την Λόπα ή τη Φρόσω) και τελευταία μονάχα ένα δέμα, με κρέατα. Μια χρονιά είχε στείλει ένα ολόκληρο γουρουνόπουλο σφαγμένο. Ο μπαμπάς το πήρε απ’ τα κτελ και το άφησε το βράδυ στο μπαλκόνι, μέχρι να το πάει το πρωί στον χασάπη, να το τεμαχίσει. Είχε τόσο κρύο, που δεν ήθελε ψυγείο. Κάπου υπάρχει μια πολαρόιντ φωτογραφία από κείνο το γουρουνάκι στο μπαλκόνι μας.
Ύστερα άρχισαν να αραιώνουν οι γιορτές και ο κόσμος. Πέθανε ο κυρ Αλέκος (αυτός που είδα απόψε στον ύπνο μου πως αναστήθηκε), αραίωσαν και οι θείοι – ποτέ δεν κατάλαβα γιατί. Νομίζω πως με τα χρόνια, μεγάλωσαν οι αποστάσεις και η κούραση. Σήμερα δεν ξέρω ποιοι θα πάνε, εκτός απ’ τα παιδιά και τον παππού. Ο θείος Κάπα είναι αποκλεισμένος, γιατί στο Ωραιόκαστρο χιονίζει, κι ο θείος Σίγμα δουλεύει.
Ε, αυτά.
ΕΛΕΝΗ
ΤΕΥΚΡΟΣ … ες γην εναλίαν Κύπρον ου μ’ εθέσπισεν
οικείν Απόλλων, όνομα νησιωτικόν
Σαλαμίνα θέμενον της εκεί χάριν πάτρας.
……………………………………………………..
ΕΛΕΝΗ: Ουκ ήλθον ες γην Τρωάδ’ , αλλ’ είδωλον ήν.
…………………………………………………….
ΑΓΓΕΛΟΣ: Τι φής;
Νεφέλης άρ’ άλλως είχομεν πόνους πέρι;
ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ,ΕΛΕΝΗ
(περισσότερα…)
Μύδια με λευκό κρασί και περίφημες βέλγικες τηγανητές πατάτες στην Grand Place. Στο πατάρι ενός παλιού, ξύλινου μπαρ-εστιατορίου, που χάρηκα πολύ που το βρήκα, έπειτα από αρκετή αναζήτηση ανάμεσα σε τουριστικά εστιατόρια και ελληνικά γυράδικα με ονομασίες που παραπέμπουν σε summer in Greece (“Athens”, “Plaka”, “Mykonos”, “Santorini”, “Apollonia”). Κρύο αρκετό και υγρασία που διαπερνά τα ρούχα και τη νιώθεις να πασχίζει να σου τρυπήσει το δέρμα.
Δίπλα μου η πλατεία, με τα χρυσοκέντητα κτήριά της, δείγματα ενός παρελθόντος πλούτου που, προφανώς περίσσευε τόσο, ώστε να επικολληθεί στα τούβλα (ίσως, κατ’ αναλογία, να είναι και δείγμα ότι η πόλη δεν πέρασε τόσα πολεμικά δεινά όσα οι αντίστοιχες ελληνικές, ώστε να εξαναγκάσει τους κατοίκους της σε κοινωνική και πολεοδομική εξαθλίωση, όπως πχ συνέβη στην Αθήνα).
Απ’ την άλλη, ζηλεύω τη διαύγεια και την ευμάρεια των ανθρώπων που μπόρεσαν και διατήρησαν τόπους όπως αυτός που τρώω, όπου η παραδοσιακή, ζεστή, ξύλινη διακόσμηση δεν αφέθηκε να ξεριζωθεί απ’ το μοντέρνο, ακόμη και τώρα που τα δοκάρια πάνω απ’ το κεφάλι των θαμώνων σαπίζουν.
Κατά τα άλλα, λατρεύω τον ήχο των πιρουνιών και ποτηριών που αλληλαγγίζονται και τη γλυκιά προσμονή των γκαρσονιών μόλις ανοίξει τις πόρτες του το μαγαζί.
[Ταξιδιωτικές σημειώσεις από την τέταρτη επίσκεψη στις Βρυξέλλες].
αναδημοσίευση από το urbanledras:
Έχεις φανταστεί ποτέ να πετάς από τη Λευκωσία στην Τεχεράνη, την Κωνσταντινούπολη ή την Μπανγκόνγκ; Οι προηγούμενές μας γενιές, το έζησαν. Η δικιά μας θα μπορούσε να το φανταστεί για τα καλά, χάρη σε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έκθεση που άνοιξε πριν από λίγες μέρες στη Λήδρας, σε ένα αναστηλωμένο κτήριο στη νεκρή ζώνη.

(περισσότερα…)
“It is hardly a matter of surprise that few, if any, good descriptions of Santorin have been written; the reality is so astonishing that prose and poetry, however winged, will forever be forced to limp behind.”
Lawrence Durrell, The Greek Islands (1978)

Μαρίδα στης κυρά – Κατίνας. Αμμούδι, Σαντορίνη. Ο ψαράς αντιδρά στα παζάρια σάμπως να του έθιξαν την τιμή (του). Σηκώνεται γρήγορα, κόβει τον δρόμο της Κατίνας και την ρωτά έντονα ποιος ψαράς τής πούλησε πιο φτηνά τα ίδια ψάρια. “Μην τα λες αυτά!”, της λέει μετά, σε έντονο ύφος, αλλά σαφώς ικανοποιημένος που βγήκε το μεροκάματο. Άντρας γεμάτος, ηλιοκαμένος, με γένια πολλών ημερών, χρυσή καδένα και τραγιάσκα’ τυπικός ψαράς.
Δίπλα του η Κατίνα: (περισσότερα…)

Σου χρωστάω ένα κείμενο για το Ιράκ. Είπα να το γράψω, κι έγινε το δυστύχημα. Μετά είπα να περάσουν οι μέρες, κι αν είμαι καλά και είμαστε καλά, να το γράψω κι αυτό, όχι τίποτα άλλο, αλλά το υποσχέθηκα (κι οι υποσχέσεις είναι καλό να τηρούνται, έλεγε η κυρία Νίτσα, κάποτε στη Λεμεσό). (περισσότερα…)
Την περασμένη Παρασκευή προσπαθούσα μάταια να εξηγήσω σε έναν δύσπιστο φίλο, Αθηναίο κυπριακής καταγωγής, για το πώς και στην Κύπρο υπάρχουν προβλήματα ανάλογα με αυτά της Ελλάδας, με κακοδιαχείριση και διαφθορά.
Του έλεγα για τις μίζες στους εξοπλισμούς και στα μεγάλα έργα, τις δωρεάν μασέλες στον εξαιρετικά υψηλόμισθο αξιωματούχο, τον άλλο αξιωματούχο που τοποθέτησε σε ακριβοπληρωμένη θέση τον συγκάτοικο της κόρης του -όλες τους υποθέσεις που μένουν ατιμώρητες-, όμως δεν με πίστευε.
Λίγες μέρες μετά, το πρωί της Δευτέρας, ευρισκόμενη μακριά από τη Λευκωσία, σε διακοπές, σκεφτόμουν πως μάλλον τώρα θα με πίστεψε. Εκείνο το πρωί ξύπνησα από την ζέστη και συνειδητοποίησα πως το κλιματιστικό (αναγκαίο πολύ στο κυπριακό καλοκαίρι, που κάποιοι αμφισβητούν αρκετά για τη θέρμη του – τόσο ώστε να μην προφυλάξουν στοιχειωδώς έστω 98 κιβώτια εκρηκτικά εκτεθειμένα στον ήλιο) δεν δούλευε. (περισσότερα…)
Θα λείψω για μια και μόνο και μόνο μέρα στο Ιράκ, στο βόρειο Ιράκ, στην πόλη Ερμπίλ (δεν αστειεύομαι). Αρχαία πόλη, περιστοιχισμένη από κάστρα, πρωτεύουσα του κουρδικού Ιράκ, υπόσχομαι, άμα γυρίσω ασφαλής, να ποστάρω εικόνες κι εντυπώσεις!
“It was one of those days when it’s a minute away from snowing and there’s this electricity in the air, you can almost hear it. And this bag was, like, dancing with me. Like a little kid begging me to play with it. For fifteen minutes. [...] Sometimes there’s so much beauty in the world I feel like I can’t take it, like my heart’s going to cave in” (Ricky Fitts)
Βλέπω όλη μέρα στην τηλεόραση και στο ίντερνετ τι γίνεται στην Ελλάδα και έχω πέσει σε μια σιωπή άλλο πράμα, ανησυχία, για τους δικούς μου εκεί, αλλά και για μας εδώ, μιας που ελληνική και κυπριακή οικονομία είναι αλληλένδετες…
Ξαφνικά μου τηλεφωνεί ο A. και μου λέει “έλα από το γραφείο μου να δεις κάτι…”. (περισσότερα…)






