
Μου αρέσει να βλέπω τους ανθρώπους. Να τους παρατηρώ. Τις μικρές κινήσεις, τα βλέμματα, τα χείλια και τα δάχτυλα. Λατρεύω τα δάχτυλα κι όσο μεγαλώνω, τόσο συνειδητοποιώ ότι απ’ τους ανθρώπους που αγάπησα, πιο πολύ αυτό τους κράτησα φεύγοντας: Τις πιο χαρακτηριστικές τους χειρονομίες, που, όποτε ξεφεύγουν στα δικά μου άκρα, χαμογελώ στη σκέψη τους.
Βλέπω, νιώθω, μιλώ, ακούω, σωπαίνω. Είμαι καλά.
[φωτο: Beta Blank, κάποτε στις Βρυξέλλες]

Και τι να γράψεις; Ήρθα στην τελευταία διχοτομημένη πρωτεύουσα της Μέσης Ανατολής, πριν τη Λευκωσία. (περισσότερα…)
Tο χαλούμι, τη Bίσση και τον Xατζηγιάννη τους ξέραμε. Πριν από μερικά χρόνια μάθαμε και τον Παγδατή. Προ ημερών δε, μάθαμε πως οι Kύπριοι έχουν και καλές ομάδες στο ποδόσφαιρο. Mα ποιοι είναι τέλος πάντων;
Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος
πήραμε τη ζωή μας λάθος! Kι αλλάξαμε ζωή.
Η απόφαση να μετακομίσω στη Λευκωσία ήταν απολύτως συνειδητή. Δηλαδή, δεν ήταν απλώς η αναζήτηση ενός καλύτερου (πιο ήρεμου; πιο οργανωμένου; ) περιβάλλοντος σε προσωπικό και επαγγελματικό επίπεδο. Ήταν και η ίδια η γεωγραφία του τόπου. Αυτή η περίεργη αίσθηση οικειότητας, αλλά και περιπέτειας που ένιωθα πάντα στην κυπριακή πρωτεύουσα. Και ασφαλώς, η γνώση ότι το ίδιο το νησί προσφέρεται τόσο για κοντινές αποδράσεις στη Μέση Ανατολή, όσο και στο ίδιο το εσωτερικό του, σε βορρά και νότο, που τώρα που το αγγίζει η ερημοποίηση, μοιάζει πιο εξωτικό από ποτέ.

Σήμερα, κάναμε το γύρο της ελεύθερης επαρχίας Αμμοχώστου. Με αποκορύφωμα, το Κάβο Γκρέκο. Μαγεία! Η θέα της θάλασσας από το ψηλό, ξερό βουνό, καθώς μας τύφλωνε σχεδόν ο καυτός μεσημβρινός ήλιος. Η σπηλιά που κάνουν καταδύσεις, οι αγγλικές βάσεις και τα γυμνάσια των ΛΟΚατζήδων. Και λίγο πιο κάτω, στην παραλία του Κόννου, στο “περιγιάλι το κρυφό” που έγραφε ο Σεφέρης…
Κι έπειτα, γύρω γύρω στην πράσινη γραμμή: Από την μικτή Πύλα ως τη Δερύνεια-το τελευταίο χωριό, και παρατηρητήριο πριν την πόλη-φάντασμα της Αμμοχώστου. Με το εργοστάσιο του -μακρινού συγγενή- Κουτρουπή πάνω ακριβώς στην πράσινη γραμμή. Τις πρώτες μέρες μετά την κατάπαυση του πυρός, πήγαινε, λέει, εκεί και χάιδευε τους τοίχους από το μαράζι. Τελικά, του επέτρεψαν να το λειτουργήσει, χαριστικά, επειδή από πάνω ακριβώς εγκαταστάθηκαν οι δυνάμεις του ΟΗΕ.
Επόμενος στόχος: Η άλλη άκρη, στον Ακάμα.
Στο κτίριο της Αρχιεπισκοπής Κύπρου (δηλαδή, στο κέντρο ενός πανίσχυρου λόμπι), που φέρει ακόμα στους τοίχους της τις πληγές από τα χτυπήματα των τανκς στο πραξικόπημα, υπάρχει ένα τεράστιο, επιβλητικό και μάλλον καθεστωτικό μπρούτζινο άγαλμα του Μακαρίου. Οι σκεπτόμενοι άνθρωποι του τόπου το παρομοιάζουν -μάλλον εύστοχα- με τα αγάλματα του Στάλιν, του Σαντάμ Χουσέιν, του Ατατούρκ, του Χότζα και άλλων “σημαντικών προσωπικοτήτων”. Οι δε κυανόκρανοι του ΟΗΕ αρκούνται να τον αποκαλούν απλώς “Big Mac”-συνδυάζοντας, σαδιστικά, σε ένα συμβολικό καπιταλιστικό όνομα το μέγεθος του αγάλματος και του προσώπου.

Ο Big Mac, λοιπόν, που οι εικόνες του στολίζουν ακόμα πολλά σπίτια της Κύπρου, έπεσε θύμα των -μάλλον άφαντων, ως τώρα- αναρχικών της Κύπρου που κάλυψαν με κόκκινες και κίτρινες μπογιές τον μπρούντζο του κι έγραψαν “For Sale. Κάτω τα είδωλα”! Κι αν η μισή “ντροπή” ανήκει στους “αλήτες” που “βεβήλωσαν το μνημείο”, η άλλη μισή ανήκει στις Αρχές που έσπευσαν να καλύψουν το μνημείο με παραπετάσματα για να μην σπιλωθεί από άλλα φλας το είδωλο…







