Πριν από δυο χρόνια, στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης διάλεξα να δω μια ταινία από περιέργεια και μόνο για τον τίτλο της. Ήταν το φιλμ του Andrew Levine, “Η μέρα που πέθανε ο Θεός μου”, που πραγματευόταν την απαγωγή ή πώληση ανήλικων κοριτσιών σε κυκλώματα πορνείας στην Ινδία. Τα κορίτσια, που συχνά γίνονταν θύματα της ανθρώπινης εκμετάλλευσης ήδη από τα 7 τους χρόνια, δεν είχαν μόνο να αντιμετωπίσουν τη βίαιη πλευρά της ζωής, αλλά και τον κίνδυνο του θανάτου, αφού στις περιοχές αυτές είναι δημοφιλής η αντίληψη ότι η συνεύρεση ενός ασθενή του AIDS με μία παρθένα μπορεί να εξολοθρεύσει την ασθένεια.
Το αποτέλεσμα των εξαναγκαστικών αυτών συνευρέσεων ήταν η κατακόρυφη αύξηση του ποσοστού μόλυνσης από τον ιό του HIV στην περιοχή, καθώς ο ιός περνούσε από τα κορίτσια στους επόμενους ευελπιστούντες πελάτες. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα κορίτσια αυτά ήταν μετά από λίγα χρόνια καταδικασμένα σε αργό θάνατο, μολυσμένα από τον ιό και ταλαιπωρημένα από την κακομεταχείριση, αφήνοντας συχνά πίσω τους μωρά -φορείς του ιού, από ανεπιθυμήτες εγκυμοσύνες που απλώς δεν πρόλαβαν να αμβλώσουν.
Απόψε ο Εξάντας (23:30 στη ΝΕΤ) κάνει το δικό του αφιέρωμα στην παιδική πορνεία στην Καμπότζη, με τίτλο “Το χαμόγελο της Τράι Ον”. Από το newsletter της εκπομπής παραθέτω το συγκλονιστικό βίντεο με την περιπέτεια της μικρής Τράι Ον, που πουλήθηκε από τη μητέρα της σε ηλικία 7 ετών.
Κρίνοντας από το απόσπασμα, το αφιέρωμα προβλέπεται σκληρό, αλλά σε κάθε περίπτωση αξιόλογο.
Έχω την αίσθηση ότι εξήντα χρόνια μετά τη θηριωδία του Ναζισμού, οι Γερμανοί φέρουν ακόμη ψήγματα φρενοβλαβών θεωριών περί “αρίας φυλής”.Άμα διακρίνω τέτοιο πνεύμα γύρω μου, φοράω τα γυαλιά της φαντασίας μου και βλέπω στη θέση κάθε συμφοιτητή, τον παππού του με στολή Ες Ες. Και τότε όλα τα γερμανικά μεγαλεία ξεπέφτουν στα μάτια μου, καθώς στο βάθος του μυαλού μου τρεμοπαίζει μια σκιά από τη σφαγή των Καλαβρύτων.
Αν και οι στίχοι είναι επίσης δυνατοί, αυτή η ορχηστρική εκτέλεση του “Μινόρε της αυγής” (Μαυρουδής, Μάργαρης, Πολυκανδριώτης) αντέχει από μόνη της τα μεγάλα ύψη.
+++Σταύρος Κουγιουμτζής: “Τέσσερις πλανόδιοι μουσικοί”

Κάπου στο μέσο εργασίας, καφέ, καπνού και Άντζελας Δημητρίου, διάβασα μια εξαιρετική ιδέα, θυμήθηκα και τα παλιά της Πωλίνας κι ήρθε να δέσει η μέθη!
Αρίμπα-αρίμπα-αρίμπα,
πολλά δε θέλει ο άνθρωπος για να απογειωθεί!
***
[ update: -Πίνεις κάτι απόψε και είσαι έτσι; -Όχι, απλώς έχω διαολεμένα κέφια! Έι!
]
Ο μαγιάτικος ήλιος πρέπει να έχει εγκλωβιστεί κάπου στις Άλπεις και δε λέει να επανέλθει στο βορρά. Μου χαλάει τη διάθεση και μου κόβει την όρεξη σαν τις πρώτες φοβισμένες μέρες. “Homesick?” ρωτάει ο Andres, “No, just weathersick”, του απαντώ λεξιπλάθοντας.
Κάνω να πέσω και πάντα κρατιέμαι. Από ένα τραίνο, μια κουβέντα, μια αγαπημένη γωνιά της πόλης ή ένα βιαστικό κι επικίνδυνο πέρασμα του δρόμου.
Πίσω στο Άμστερνταμ δανείζω στη στιγμή στο Matt το mp3 μου για να ακούσει το τραγούδι που μόλις σχολίασε ότι ταιριάζει στον καιρό, χαζεύω την Κατερίνα να χαμογελάει ασταμάτητα ώρες ατέλειωτες, ξεχνάω πότε γεννήθηκα κι ακούω έναν μπάρμαν να μας χαρίζει τη δεύτερη μπύρα λέγοντας “Life is a bitch, but I am not”…
Βάζω τα ακουστικά στ’ αυτιά, δυναμώνω την ένταση, πατάω το play και τρέχω στην αποβάθρα κι ας ξέρω ότι ο συρμός μου αργεί:


Χάγη: Άποψη της πόλης

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης

“Street Happening” βασισμένο σε έργο του Rembrandt

Η τεράστια παραλία του Scheveningen

Επιστροφή [" Μ' αρέσουν τα τρένα και μου είχες λείψει"...].
Και μπαίνει ο Samy (ΑΑ dealer) με το Francois στο δωμάτιό μου με πονηρό ύφος και ρωτούν:
“Παρτάκι, παρτάκι έχουμε σήμερα;”
“Μπα, όχι. Γιατί;”.
“Σνιφ, σνιφ…Εσείς δεν καπνίζετε;”.
“Χα, χα. Ο απέναντι. Ξανά και ξανά”.
“Oh, oui. Έχετε δίκιο! Συγγνώμη! Πάντως την Πέμπτη στην ταράτσα έχει grass party…”
[ιστορίες του τεκέ]






